Βυζαντινή Σημαία

Βυζαντινή Σημαία

Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Μία ακόμη ανάγνωση του ουκρανικού ζητήματος





Στα πλαίσια της ενασχολήσεως του ιστολογίου με τις διεθνείς σχέσεις παραθέτουμε πιο κάτω μία σοβαρή ανάλυση του Stephen F. Cohen (με ελληνική μετάφραση από τον Παντελή Καρύκα για λογαριασμό του defence-point) για το ουκρανικό που ακυρώνει τις δυτικές υστερικές ανοησίες αναφορικά με τη δαιμονοποίηση του Ρώσου προέδρου. Όπως θεωρούνται υπερβολικές οι αιτιάσεις των φιλορώσων για την συνολική ενοχοποίηση της Δύσης και οι προσδοκίες τους για το "Ξανθό Γένος", κατά το ίδιο σκεπτικό είναι κενές περιεχομένου οι αντίστοιχες μεσσιανικές κατηγορίες των δυτικών σχετικά με τη Ρωσία (για παράδειγμα η βλακώδης αντιστοίχιση του Πούτιν με τον Χίτλερ, όπως παλαιότερα του Σαντάμ με τον γερμανό δικτάτορα). 


Τα πράγματα στην Ουκρανία είναι ξεκάθαρα. Πρόκειται για ένα επικίνδυνο γεωπολιτικό παιχνίδι, το οποίο έχει ως αφετηρία τον αμερικανικό αντιπερισπασμό στο μαλακό ρωσικό υπογάστριο, έπειτα από το άκομψο άδειασμα τους στη Συρία (πήγε να τους παρασύρει σε επέμβαση η Τουρκία με έωλες κατηγορίες κατά της συριακής κυβέρνησης) από την ρωσική πρόταση για καταστροφή των συριακών χημικών. Στην ουσία μπορεί να τους έβγαζε από τη δύσκολη θέση (καθ’ότι ήταν απρόθυμες να επέμβουν) αλλά επικοινωνιακά στραπατσάριζε την διεθνή εικόνα τους. 


Επομένως από τον Σεπτέμβριο του 2013 οι Η.Π.Α έψαχναν την ευκαιρία να "ανταποδώσουν". Εκείνη παρουσιάστηκε λόγω των παλινωδιών του τότε Ουκρανού προέδρου Γιανούκοβιτς, αρχικά τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους και έπειτα τον Φεβρουάριο του 2014 με την οριστική ανατροπή του μετά τις συνεχιζόμενες ταραχές στην περιβόητη πλατεία "Μεϊντάν" του Κιέβου. Έκτοτε, οι δυτικοί (στην ουσία οι Η.Π.Α) έβαλαν σε δίλημμα τη Ρωσία, η οποία βρέθηκε προ σημαντικών γεωπολιτικών ανακατατάξεων στην ίδια της την αυλή. Αυτό ήταν ακριβώς που ωδήγησε τον Πούτιν στην απόφαση να καταλάβει την Κριμαία και να υποδαυλίσει τις εξεγέρσεις σε Ντονέσκ και Λουγκάνσκ. Εδώ να σημειώσουμε ότι η ρωσική άποψη, τόσο για τις πολιτείες της Βαλτικής όσο και για την Ουκρανία ήταν η χρησιμότητά τους ως buffer zones ώστε να υπάρξει "ασφαλής" απόσταση μεταξύ του ρωσικού και του δυτικού οπλοστασίου.


Η κατακλείδα του άρθρου μας προειδοποιεί ότι ο νέος αυτός "Ψυχρός Πόλεμος" ενδέχεται να εξελιχθεί σε πολύ χειρότερο του πρώτου (1945-1990). Εάν δεν υπάρξει αυτοσυγκράτηση -και από τις δύο πλευρές- τότε δεν αποκλείεται να εμπλακεί η Δύση σε έναν καταστροφικό συμβατικό πόλεμο (με ότι αυτό συνεπάγεται και για την Ελλάδα) με τη Ρωσία (δεν θεωρώ τη χρήση πυρηνικών πιθανή γιατί και οι δύο πλευρές γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν οδηγούν πουθενά). Στην περίπτωση αυτή οι μεγάλοι κερδισμένοι θα είναι η Κίνα και το Ισλάμ που θα περιμένουν στη γωνία. Ας μην το λησμονούμε αυτό. 

Κατά συνέπεια, η πλέον ενδεδειγμένη λύση είναι η περίπτωση μίας χαλαρής ουκρανικής ομοσπονδίας με εκτεταμένη την αυτονομία στις ανατολικές περιοχές, δεδομένου ότι το ουκρανικό κράτος δεν είναι ένα εθνικά ομοιογενές κράτος αλλά αποτελείται από διάφορες μειονότητες (να προσθέσουμε και τη θρησκευτική διαίρεση σε Ορθοδόξους, Καθολικούς και Ουνίτες). Επιπρόσθετα, το νέο αυτό ομόσπονδο κράτος να αποτελέσει τη γέφυρα μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσεως, άρα δεν θα πρέπει να ενταχθεί ούτε στο ΝΑΤΟ ούτε σε κάποιο ρωσικό συνασπισμό. Αυτή τη λύση πρότεινε και ο Χένρυ Κίσσινγκερ προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα. Και ο Κίσσινγκερ (όσο και αν σε αρκετούς το όνομά του προκαλεί απέχθεια, ίσως όχι άδικα) δεν είναι κάποιος τυχαίος.

Ακολουθεί το άρθρο του defence-point:


Σκληρή αντιπολίτευση εκ των έσω στην πολιτική Ομπάμα για την Ουκρανία



Σήμερα οι αμερικανορωσικές σχέσεις βρίσκονται ίσως στο χειρότερο σημείο τους από την εποχή της κουβανικής κρίσης του 1962. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει εξελιχτεί σε διαμάχη ΗΠΑ- Ρωσίας. Αυτό που μέχρι τώρα φάνταζε απίθανο, δηλαδή ένας πόλεμος μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας, υπάρχει πλέον, έστω ως σενάριο.
 
Του Stephen F. Cohen «The New Cold War and the Necessity of Patriotic Heresy: US fallacies may be leading to war with Russia» (Ο νέος Ψυχρός Πόλεμος και η ανάγκη πατριωτικής αιρετικότητας: Οι πλάνες των ΗΠΑ ίσως οδηγούν σε πόλεμο με τη Ρωσία)

ΠΗΓΗ: The Nation (thenation.com)

Ο Stephen F. Cohen είναι καθηγητής Ρωσικών Σπουδών και Πολιτικής στα πανεπιστήμια «New York University» και «Princeton University».

ΑΠΟΔΟΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Παντελής Καρύκας

Ήδη η ανθρωπότητα βρίσκεται ενώπιον ενός νέου Ψυχρού Πολέμου, τον οποίο επιτείνουν οι οικονομικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Και ο νέος αυτός Ψυχρός Πόλεμος, για μια σειρά από λόγους, είναι πιο επικίνδυνος του προηγούμενού του.

Αυτή τη φορά επίκεντρο του Ψυχρού Πολέμου είναι η Ουκρανία, μια περιοχή που η Ρωσία θεωρεί ζωτικής σημασίας για την ασφάλειά της. Υπάρχει δε αυξημένος κίνδυνος χρήσης τακτικών πυρηνικών όπλων από τη Ρωσία, ώστε να αντισταθμίσει την υπεροχή των αντιπάλων της σε συμβατικά όπλα. Ένας άλλος κίνδυνος προέρχεται από το γεγονός ότι αυτή τη φορά δεν ισχύουν οι κανόνες που προέβλεπαν τότε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας μεταξύ των δύο αντιπάλων.

Αντίθετα, σήμερα υπάρχει μόνο καχυποψία, παραπληροφόρηση και δαιμονοποίηση του αντιπάλου, ειδικά του Βλ. Πούτιν, από τα δυτικά ΜΜΕ. Επίσης αυτή τη φορά, στις ΗΠΑ, δεν υπάρχουν φωνές που να μιλούν αντίθετα με την κυρίαρχη πολιτική, φωνές που να καταδεικνύουν στην αμερικανική κυβέρνηση τα σφάλματα που διέπραξε και συνεχίζει να διαπράττει έναντι της Ρωσίας.

Η αμερικανική πολιτική αποδεικνύεται καταστροφική και έχει στοιχίσει στην Ουάσιγκτον την απώλεια ενός χρήσιμου συνεργάτη, όπως θα μπορούσε να είναι η Ρωσία, σε περιοχές όπως η Συρία, ή το Αφγανιστάν, αλλά και σε θέματα όπως η διασπορά των πυρηνικών όπλων και η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Σύμφωνα με την επικρατούσα αμερικανική άποψη, από το 1991, που κατάρρευσε η ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ αντιμετώπισαν τη Ρωσία ως φίλο και συνεργάτη, επιχειρώντας να την καταστήσουν μέρος του δυτικού συστήματος, να ενσταλάξουν τη δημοκρατία σε αυτή, προς όφελος της διεθνούς ασφάλειας. Ήταν η Ρωσία που αρνήθηκε να συνεργαστεί, ειδικά, μετά την άνοδο στην εξουσία του Πούτιν.

Στην πραγματικότητα όμως τα πράγματα είναι μάλλον διαφορετικά. Ήδη από την περίοδο διακυβέρνησης Κλίντον, η αμερικανική ηγεσία, αντιμετώπιζε τη Ρωσία ως την ηττημένη δύναμη του Ψυχρού Πολέμου, η οποία είχε περιορισμένα δικαιώματα, στο εσωτερικό της και το εξωτερικό. Αυτή η λογική οδήγησε στη θεωρία επέκτασης του ΝΑΤΟ σε πρώην σοβιετικές ζώνες επιρροής, οδήγησε στη λογική ανάπτυξης του σχεδίου αντιπυραυλικής άμυνας, η οποία, ουσιαστικά, αποκλείει τη Ρωσία από το ευρωπαϊκό οικοδόμημα ασφαλείας, οδήγησε, τέλος, στην κρίση της Γεωργίας, το 2008 και της Ουκρανίας, σήμερα.

Μια άλλη αξιωματική αποστροφή της αμερικανικής πολιτικής αφορά την Ουκρανία καθαυτή. Η Δύση μιλά για ουκρανικό έθνος και ουκρανικό λαό, τη στιγμή που ιστορικά, οι όροι αυτοί δεν ίσχυσαν ποτέ. Η σημερινή Ουκρανία είναι μια χώρα διαιρεμένη εθνοτικά, γλωσσικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά, οικονομικά και πολιτικά, όπως ήταν πάντοτε.

Ένας άλλος ισχυρισμός της Δύσης, είναι ότι το 2013 η ΕΕ πρόσφερε στον Ουκρανό πρόεδρο Γιανουκόβιτς και τη χώρα του, την προοπτική της ευρωπαϊκής, δημοκρατικής, ευημερίας. Ο Γιανουκόβιτς ήταν έτοιμος να εντάξει τη χώρα του στο ευρωπαϊκό σύστημα, αλλά αντέδρασε η Μόσχα, με αποτέλεσμα να εξεγερθούν οι Ουκρανοί κατά του υποκύπτοντα στη Μόσχα προέδρου τους.

Στην πραγματικότητα η ΕΕ προκάλεσε τον Γιανουκόβιτς να διαλέξει μεταξύ της Ευρώπης ή της Ρωσίας. Η ΕΕ απέρριψε επίσης την πρόταση Πούτιν για την από κοινού δάσωση της ουκρανικής οικονομίας. Η πρόταση δε της ΕΕ για τη διάσωση της ουκρανικής οικονομίας δεν ήταν, αφ’ εαυτού της, βιώσιμη. Προσφέροντας ελάχιστη χρηματοδότηση, οι Ευρωπαίοι, ζητούσαν σε αντάλλαγμα την εφαρμογή σκληρής λιτότητας και κυρίως διακοπή των οικονομικών σχέσεων με τη Ρωσία.

Επίσης, η ευρωπαϊκή πρόταση προέβλεπε την υπογραφή, από την πλευρά της Ουκρανίας, μιας σειράς πρωτοκόλλων για κοινή πολιτική στους τομείς της άμυνας και της ασφάλειας, κάτι που σήμαινε, χωρίς να αναφέρεται την τρόπον τινά, εισδοχή της χώρας στον αμυντικό σχεδιασμό του ΝΑΤΟ. Δεν ήταν λοιπόν η επιθετικότητα του Πούτιν που οδήγησε στην σημερινή κρίση, αλλά η «βελούδινη» επιθετικότητα των Βρυξελλών και της Ουάσινγκτον, μέσω της οποίας επιχείρησαν να φέρουν το ΝΑΤΟ στην Ουκρανία.

Έτσι, αν και η Δύση υποστηρίζει, ότι η επιθετικότητα του Πούτιν είναι η αιτία για τον διεξαγόμενο σήμερα πόλεμο στην Ουκρανία, στην πραγματικότητα οι ακραίοι εθνικιστές και νεοναζί Ουκρανοί, ήταν αυτοί που ξεκίνησαν την σύγκρουση, τον Φεβρουάριο του 2014. Αν και οι Ευρωπαίοι επιχείρησαν να επιτύχουν έναν συμβιβασμό, μεταξύ διαδηλωτών και Γιανουκόβιτς, ήταν ήδη αργά. Ο Γιανουκόβιτς εκδιώχθηκε και στη θέση του βρέθηκαν να κυβερνούν την Ουκρανία εκπρόσωποι της αντιρωσικής μερίδας, με προεξάρχοντες τους νεοναζί. 

Με τον τρόπο αυτό όμως η Δύση επέτρεψε την κατάλυση της συνταγματικής τάξης στην Ουκρανία, καθώς αγκάλιασε τους ανατροπείς του νόμιμα εκλεγμένου προέδρου της χώρας. Ό,τι ακολούθησε, από τη ρωσική προσάρτηση της Κριμαίας, μέχρι τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην ανατολική Ουκρανία, είχε ως αφετηρία το συνταγματικό πραξικόπημα της πλατείας Μεϊντάν.

Η Δύση υποστηρίζει, επίσης, ότι ο μοναδικός τρόπος τερματισμού της κρίσης είναι η Μόσχα να αποσύρει την υποστήριξή της από τους αυτονομιστές της ανατολικής Ουκρανίας. Θα αρκούσε όμως πραγματικά κάτι τέτοιο σε μια χώρα τόσο βαθιά διαιρεμένη; Ο βασικός παράγοντας κλιμάκωσης της κρίσης είναι η απόφαση του Κιέβου να επιχειρήσει να καταστείλει τους αυτονομιστές με στρατιωτικά μέτρα. Η Μόσχα δεν έχει άλλη επιλογή από το να υποστηρίξει τους ομοεθνείς της στην ανατολική Ουκρανία. Αν οι ουκρανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις σταματούσαν η Μόσχα, πιθανότατα, θα έπειθε τους αυτονομιστές να διαπραγματευτούν.

Όσον αφορά την ουκρανική κρίση υπάρχουν τρία πιθανά σενάρια. Το πρώτο προβλέπει περαιτέρω κλιμάκωση της κρίσης με τη συμμετοχή ρωσικών και ίσως ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων στην Ουκρανία. Το δεύτερο, προβλέπει τη διχοτόμηση της Ουκρανίας, με τη δημιουργία ενός ανατολικού ουκρανικού κράτους, φίλα προσκείμενου προς τη Ρωσία και το τρίτο προβλέπει τη μετατροπή της Ουκρανίας σε ένα ομόσπονδο κράτος, όπου οι ανατολικές, ρωσόφωνες, επαρχίες θα απολαμβάνουν καθεστώς διευρυμένης αυτονομίας.

Η Ουκρανία όμως, σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, όπως δεν πρέπει να ενταχθεί και καμία από τα πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Η Ουκρανία μπορεί και πρέπει να συνεργαστεί οικονομικά με τη Δύση και τη Ρωσία. Βασική προϋπόθεση όμως για όλα αυτά είναι να σταματήσει το Κίεβο τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην ανατολική Ουκρανία.