Βυζαντινή Σημαία

Βυζαντινή Σημαία

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Η Ουκρανική κρίση


Η Ευρώπη το 1648


Η Πολωνία το 1648


Το Χανάτο της Κριμαίας


Η Ευρώπη κατά τον Β' Παγκόσαμιο (1919-1945)


Η Ουκρανική ιστορία στον χάρτη


Η σημερινή δισυπόστατη Ουκρανία



Μέλη των Ουκρανών Εθνικοσοσιαλιστών του "Δεξιού Τομέα"

Με αφορμή τα τελευταία τεκταινόμενα στην Ουκρανία θα επιχειρηθεί μία ενδοσκόπηση στη ουσία του προβλήματος, εξετάζοντας τις βαθύτερες αιτίες. Προς επίρρωσιν των επιχειρημάτων μας θα επικαλεστούμε τα ιστορικά προηγούμενα τα οποία είναι συγκεκριμένα και αδιάψευστα.

Ξεκινάμε, λοιπόν, παραλληλίζοντας την κατάσταση της Ουκρανίας με εκείνη της Συρίας. Με τα έως τώρα δεδομένα δεν μπορεί να αποκλειστεί πιθανή διχοτόμηση του ουκρανικού κράτους. Στη ουσία μιλάμε για ένα δισυπόστατο κράτος, στο οποίο το χάσμα μεταξύ των ανατολικών και των δυτικών επαρχιών του δείχνει, και είναι, αγεφύρωτο. Από τη στιγμή που οι δύο πλευρές αδυνατούν να τα βρουν φρονώ ότι η καλλίτερη λύση θα ήταν ένας συναινετικός διαχωρισμός, προτού επιδεινωθεί η κατάσταση. Ήδη το συριακό σύνδρομο έχει κάνει αισθητή την εμφάνισή του στη χώρα. Πρώτα οι διαδηλώσεις των αντιφρονούντων, μετά οι συγκρούσεις αυτών με την αστυνομία, έπειτα οι καταλήψεις αστυνομικών τμημάτων στη δυτική Ουκρανία στις οποίες προβαίνουν για την εξασφάλιση οπλισμού, μετά οι αυτομολήσεις αστυνομικών στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης. Άραγε το επόμενο στάδιο θα είναι η εμπλοκή των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων; Δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε και για έναν ακόμη λόγο, ο οποίος είναι ότι στην πραγματικότητα η δυτική Ουκρανία έχει ξεκινήσει να λειτουργεί ως de facto ξεχωριστό κράτος. Το μόνο που απομένει είναι η επίσημη και de jure αναγνώρισή του, πιθανότατα κάποια στιγμή στο μέλλον από τους δυτικούς. Εκτός και αν, τελικά, επικρατήσει σύνεση και αυτοσυγκράτηση μεταξύ των αντιπαρατιθεμένων πλευρών. Αλλά ας αρχίσουμε να ξετυλίγουμε τον μίτο της ουκρανικής κρίσης.

Αυτό που διαφαίνεται είναι ότι η Δύση και ειδικά οι Η.Π.Α με τη Γερμανία έχουν αναμιχθεί ενεργά, αν και κεκαλυμμένα, στο ουκρανικό ζήτημα με το να υποδαυλίσουν τα πάθη και τις αντιθέσεις σε σημείο βρασμού, για δικό τους όφελος φυσικά. Αυτό θα το κατανοήσουμε καλλίτερα εάν εξετάσουμε τον ρόλο των ηγετών της ουκρανικής αντιπολιτεύσεως. Ο ένας από αυτούς ο Βιτάλι Κλίτσκο επικεφαλής του φιλοευρωπαϊκού κόμματος UDAR (Ukrainian Democratic Alliance Reform) λειτουργεί για τα γερμανικά συμφέροντα (έχει σχέσεις με τη Γερμανία όπου και διαθέτει σπίτι). Ο δεύτερος, ο Αρσένι Γιάτσενουκ και δευτερευόντως ο Γιούρι Λουτσένκο, οι οποίοι ανήκουν στο κόμμα της φυλακισμένης Γιούλια Τιμοσένκο (Fatherland, κόμμα της πατρίδας δηλαδή), η οποία πρωτοστάτησε μαζί με τον πρώην πρόεδρο Γιουτσένκο στην λεγόμενη και Πορτοκαλί επανάσταση του 2004 για λογαριασμό των Ηνωμένων Πολιτειών, εξυπηρετούν τα αντίστοιχα αμερικανικά. Έτσι ερμηνεύοντα εύκολα τα «γαλλικά» (fthe E.U) που ξεστόμισε η αμερικανή υφυπουργός εξωτερικών και υπεύθυνη για θέματα Ευρώπης και Ευρασίας Βικτωρία Νούλαντ, αποδεικνύοντας ότι είναι τελικά η στρατιωτική ισχύς που χαρακτηρίζει τους κορυφαίους γεωστρατηγικούς παίκτες και όχι η οικονομική. Τέλος, ο τρίτος, ο Όλεγκ Τιάγνιμποκ είναι ο αρχηγός του κόμματος Σβόμποντα που σημαίνει «Ελευθερία» (οποία ειρωνεία). Το κόμμα αυτό συνιστά μετεξέλιξη του "πρώην" Ουκρανικού Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Δίπλα τους και ο ακραιφνώς εθνικοσοσιαλιστικός σχηματισμός Δεξιός Τομέας με επικεφαλής κάποιον Ντμίτρο Γιάρος, μέλη του οποίου έχουν συγκρουσθεί βιαίως με την αστυνομία όντες εκπαιδευμένοι ακριβώς για μάχες σώμα με σώμα (έχουν σκοτώσει αστυνομικούς και έχουν επιχειρήσει να καταλάβουν το Κοινοβούλιο). 

Στο σημείο αυτό, ειρήσθωι εν παρόδωι, καλό θα είναι να αναφερθούμε σε ορισμένες ιστορικές επισημάνσεις που αφορούν τους δύο τελευταίους πολιτικούς σχηματισμούς. Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι προέρχονται από τους απογόνους αυτών που άνοιξαν τις ουκρανικές πόρτες στα γερμανικά στρατεύματα το 1941. Είναι οι ίδιοι, όπως και οι υπόλοιποι Ουκρανοί (να το σημειώσουμε αυτό), που τα υπεδέχθησαν ως ελευθερωτές από τον δυσβάσταχτο σοβιετικό ζυγό. Όχι αναίτια, φυσικά, διότι είχαν προηγηθεί οι απεχθείς σταλινικές πρακτικές, ειδικά τον χειμώνα του 1932-33 όταν οδηγήθηκαν στον θάνατο περί τα επτά (7) εκατομμύρια Ουκρανών επειδή το σοβιετικό καθεστώς προέβη στην επίταξη των σιτηρών στα πλαίσια της κολλεκτιβοποίησης της γης. Το δυστύχημα, βέβαια, για τους περισσότερους Ουκρανούς είναι ότι τα σταλινικά εγκλήματα τα διεδέχθησαν οι ναζιστικές θηριωδίες καθόσον οι Γερμανοί ναζί θεωρούσαν (απόρροια των ναζιστικών ιδεολογιών περί ανωτέρων και κατωτέρων φυλών) την πλειοψηφία των Ουκρανών (πλην των γερμανοφώνων) ως Σλάβους υπανθρώπους στους οποίους επιτρέπονταν να ζουν μονάχα για να τους υπηρετούν. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να πυκνώσουν οι Ουκρανοί τις τάξεις του λεγόμενου και Κόκκινου Στρατού της Σοβιετικής Ένωσης στον πόλεμο κατά των Γερμανών, όπου και διακρίθηκαν, ειδικά κατά τη Μάχη του Στάλινγκραντ (τέλη του 1942 αρχές 1943). Επρόκειτο για τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, όπως τον είχε ονομάσει ο Στάλιν.

Για να το θέσουμε ξεκάθαρα, με γεωπολιτικές έννοιες, η αλήθεια είναι ότι η Γερμανία πάντοτε προσέβλεπε στην επέκτασή της στον "ζωτικό" για εκείνην χώρο της Ουκρανίας, εφαρμόζοντας το επεκτατικό δόγμα του lebensraum, βασιζόμενη στην ύπαρξη ορισμένων γερμανικών πληθυσμών, κυρίως στο δυτικό κομμάτι της χώρας (από την εποχή που η Δυτική Ουκρανία αποτελούσε τμήμα της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας). Ο λεγόμενος και ζωτικός χώρος (lebensraum) αποτελούσε βασικό συστατικό της γερμανικής Geopolitik από τη σύσταση ακόμη του Β’ Ράιχ το 1871, ιδιαίτερα δε κατά την εποχή του Εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος (υπενθυμίζουμε ότι ο όρος lebensraum αναφέρεται στο βιβλίο του Χίτλερ Ο Αγών μου). Έτσι, όποτε τους δόθηκε η ευκαιρία, οι Γερμανοί έκαναν πράξη τις γεωστρατηγικές τους επιδιώξεις. Κατά τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο τα γερμανικά στρατεύματα κατέλαβαν την Ουκρανία. Με τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ τον Μάρτιο του 1918 μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής πλέον Ένωσης η Ουκρανία διαμοιράστηκε σε σφαίρες επιρροής (η Δυτική στους Γερμανούς και η Ανατολική στους Σοβιετικούς). Λίγο αργότερα, μετά τη γερμανική ήττα τον Νοέμβριο του 1918, η Δυτική Ουκρανία ενσωματώθηκε στο νεοσύστατο Πολωνικό κράτος ενώ η Ανατολική μετετράπη σε συνιστώσα σοβιετική δημοκρατία της Σοβιετικής Ενώσεως. Το 1941, μεσούντος του Β' Παγκοσμίου, καταλαμβάνεται, εκ νέου, από τον γερμανικό στρατό της "ομάδος στρατιών Νότος" (Heeresgruppe Sud) για να εγκαταλειφθεί πάλι το 1944 λόγω της γενικής γερμανικής υποχώρησης σε όλα τα μέτωπα. Στις ημέρες μας, όμως, επειδή η Γερμανία δεν δύναται να επανέλθει στρατιωτικά στην περιοχή, επιχειρεί να το πράξει διά της πλαγίας οδού με τη χρησιμοποίηση δικών της ανθρώπων. Στην προκειμένη περίπτωση το ρόλο αυτό παίζει ο αχυράνθρωπος του Βερολίνου Κλίτσκο διότι θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο αλλά και παράτολμο για τους Γερμανούς να υποστηρίξουν ένα πρώην αλλά κατ' ουσίαν εθνικοσοσιαλιστή όπως ο Γιατσένιουκ.

Επίσης, αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι πλέον των Η.Π.Α της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και της Ρωσίας (της οποίας η θέση για την Ουκρανία θα αναλυθεί πιο κάτω), στην Ουκρανία μετέβη, μαζί με τον Γάλλο και τον Γερμανό Υπ.Εξ, και ο υπουργός εξωτερικών της Πολωνίας. Αλλά γιατί να βρεθεί στο Κίεβο ο Πολωνός Υπ.Εξ; Τι δουλειά έχει η Πολωνία με την Ουκρανία; Η εξήγηση δίδεται πάλι με βάση την Ιστορία και δεν είναι άλλη από το ότι μεγάλο μέρος της Ουκρανίας αποτελούσε τμήμα ενός εκτεταμένου Πολωνικού βασιλείου (για την ακρίβεια επρόκειτο για ένα Πολωνολιθουανικό βασίλειο διότι συμμετείχαν και Λιθουανοί) κατά τον 17ο αιώνα. Μάλιστα, το 1611 οι Πολωνοί κατέλαβαν τη Μόσχα διαπράττοντας αγριότητες, γεγονός το οποίο δεν λησμόνησαν οι Ρώσοι οι οποίοι πρωτοστάτησαν στους διαδοχικούς διαμελισμούς (ο πρώτος διαμελισμός έλαβε χώρα το 1772 με τη Συνθήκη της Πετρούπολης, ο δεύτερος το 1793, ο τρίτος το 1795 και ο τέταρτος με τη Συνθήκη της Βιέννης το 1815) της Πολωνίας, μαζί με την Πρωσία και την Αυστρία, από τα τέλη του 18ου αιώνος έως το 1919 που ανεκηρύχθη το ανεξάρτητο πολωνικό κράτος με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών η οποία επισφράγισε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επιπρόσθετα, στο ουκρανικό έδαφος διαβιεί πολωνική μειονότητα ενώ οι Πολωνοί παίζουν και το χαρτί του καθολικισμού και της Ουνίας καθόσον μεγάλο μέρος των Ουκρανών στη δυτική Ουκρανία ανήκουν στο καθολικό δόγμα όπως και οι Πολωνοί.

Μετά την αναφορά μας στην Πολωνία και προτού αιτιολογήσουμε τη ρωσική στάση καλό θα ήταν να προβούμε σε μία σύντομη αναφορά σχετικά με το Οθωμανικό παρελθόν στην Ουκρανία και τη στάση της σημερινής Τουρκίας. Κατά τον 15ο αιώνα, και συγκεκριμένα το 1441 ιδρύθηκε το Χανάτο της Κριμαίας από Μογγολικά Φύλα (που ονομάστηκαν Τάταροι της Κριμαίας). Περί το 1475 το Χανάτο περιήλθε στη σφαίρα επιρροής της ανερχόμενης τότε Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έτσι το νότιο τμήμα της χερσονήσου της Κριμαίας περιήλθε απευθείας στην κατοχή των Σουλτάνων ως Σαντζάκιο ενώ η υπόλοιπη περιοχή παρέμεινε στα χέρια των Τατάρων της Κριμαίας οι οποίοι ήταν σύμμαχοι των Οθωμανών. Όταν το 1774 υπεγράφη η Συνθήκη του Κιουτσούκ Καΐναρτζή μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Τουρκίας υπήρχε ένας όρος ο οποίος ανέφερε ότι σε περίπτωση που ανεξαρτητοποιηθεί η Κριμαία τότε δεν μπορεί να συμπεριληφθεί σε καμμία χώρα. Τουλάχιστον αυτό ισχυρίζεται το σημερινό καθεστώς Ερντογάν, το οποίο επιχειρεί με αυτό τον τρόπο να εμπλακεί στην ουκρανική κρίση. Πέραν τούτου, όμως, θα πρέπει να επισημανθεί ότι τυχόν κλιμάκωση των συγκρούσεων στην Ουκρανία καθιστά, αυτομάτως, για άλλη μία φορά, την Τουρκία ως χώρα κλειδί, αναβαθμίζοντας έτσι τη γεωπολιτική της σημασία. Όσοι γνωρίζουν από διεθνείς σχέσεις και διπλωματία δεν είναι δύσκολο να υποθέσουν ότι οι Τούρκοι θα παζαρέψουν, και μάλιστα ακριβά, την όποια συνδρομή τους ζητώντας πολύτιμα ανταλλάγματα που ίσως να αφορούν και τη χώρα μας. Άλλωστε δεν θα είναι η πρώτη φορά που το πράττουν. Αυτό και μόνο είναι αρκετό ώστε να θέσει την ελληνική πλευρά σε εγρήγορση και επαγρύπνηση.

Και ερχόμαστε στον αντίπαλο της Δύσης παίκτη, τη Ρωσία. Οι Ρώσοι διεκδικούν την Ουκρανία, καθόσον η χώρα αυτή αποτελεί το λίκνο της ρωσικής εθνογενέσεως. Αναφέρομαι στη σύσταση του πρώτου ρωσικού κράτους, εκείνου του Κιέβου των πρώτων Ρως (οι οποίοι έχουν ως γενάρχη τους τον μυθικό Ρούρικ). Στη συνέχεια, οι σκανδιναυικής καταγωγής Ρως συγχωνεύτηκαν με τα πολυάριθμα σλαβικά φύλα της περιοχής δημιουργώντας τη σημερινή Ρωσία. Η ρωσική μειονότητα στην Ουκρανία είναι η πολυπληθέστερη στο ανατολικό τμήμα της χώρας ενώ στην Κριμαία αποτελούν την πλειοψηφία. Έτσι εξηγούνται οι δηλώσεις του προέδρου του Κοινοβουλίου της αυτόνομης δημοκρατίας της Κριμαίας Βλαντιμίρ Κωνσταντίνοφ περί αποσχίσεως της σε περίπτωση διάλυσης της Ουκρανίας. Να σημειώσουμε ακόμη ότι η Κριμαία αφαιρέθηκε το 1956 από τη σοβιετική δημοκρατία της Ρωσίας και δόθηκε στη σοβιετική δημοκρατία της Ουκρανίας. Να επισημάνουμε, τέλος, μία πραγματικότητα διόλου ευκαταφρόνητη, καταλυτική θα έλεγα, η οποία συνίσταται στο ότι στην Κριμαία, και συγκεκριμένα στον ναύσταθμο της Σεβαστουπόλεως, ναυλοχούν τα πλοία του Ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας. Κατά συνέπεια, ουδείς δύναται να αγνοήσει τη Ρωσία και τα συμφέροντά της στην περιοχή, πολλώι δε μάλλον όταν η Ουκρανία βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριο της. Αρκεί να φανταστεί κάποιος μία Ουκρανία ενταγμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ. Είναι σαν να εντάσσονταν ο Καναδάς στην Ευρασιατική Ένωση. Εκτός των παραπάνω, όμως, θα πρέπει να τονίσουμε ότι η Ρωσία δίχως τον έλεγχο της Ουκρανίας δεν θα μπορέσει ποτέ να επανέλθει ως πραγματικός παγκόσμιος παίκτης στον νέο κόσμο που διαμορφώνεται (αυτός είναι και ο μείζον λόγος που δικαιολογεί τη ρωσική ανάμειξη). Ο άλλοτε σύμβουλος του πρώην Αμερικανού προέδρου Τζίμυ Κάρτερ (1976-1980) Σμπίγκνιου Μπρεζίνσκι (Πολωνικής καταγωγής, έχει σημασία να το αναφέρουμε) το θέτει ξεκάθαρα:

«Υπάρχουν 2 είδη κρατών. Οι γεωστρατηγικοί παίκτες και οι γεωπολιτικοί άξονες. Η Ρωσία, οι Η.Π.Α, η Γαλλία, η Γερμανία ανήκουν στην 1η κατηγορία. Η Ουκρανία αποτελεί γεωπολιτικό άξονα της οποίας η ίδια η ύπαρξη ως ανεξάρτητης χώρας, συμβάλλει στον μετασχηματισμό της Ρωσίας. Χωρίς την Ουκρανία, η Ρωσία παύει να είναι ευρασιατική αυτοκρατορία. Αν η Μόσχα ανακτήσει τον έλεγχο του κράτους αυτού μαζί με τους πλουτοπαραγωγικούς πόρους που διαθέτει, τον σημαντικό πληθυσμό και την πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, η Ρωσία θα ανακτήσει αυτομάτως τις προϋποθέσεις για να γίνει ισχυρό αυτοκρατορικό κράτος, που θα ενώνει Ευρώπη και Ασία. Αν η Ουκρανία χάσει την ανεξαρτησία της, αυτό θα επηρεάσει και τα δεδομένα στην Κεντρική Ευρώπη. Η Πολωνία θα μετασχηματιστεί σε γεωπολιτικό άξονα.»
 (Σμπίγκνιου Μπρεζίνσκι: Η μεγάλη Σκακιέρα, 1997)

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Συνέντευξη Ιφικράτη Αμυρά

Το Σάββατο 15/02/2014 πήρα συνέντευξη από τον Ιφικράτη Αμυρά. Οι απαντήσεις είναι μακροσκελείς με αποτέλεσμα να μην μπορέσω να υποβάλλω την τελευταία ερώτηση. Ασφαλώς υπήρχαν και άλλες ερωτήσεις που θα μπορούσαν να υποβληθούν.

Οι βασικοί άξονες των προτάσεών του είναι:

  • Κατά του Μνημονίου και της οικονομικής λιτότητος
  • Έξοδο από την Ευρωζώνη αλλά και από την Ευρωπαΐκή Ένωση
  • Επανέκδοση της δραχμής
  • Για ένα μεσοδιάστημα παράλληλη κυκλοφορία Ευρώ και δραχμής
  • Εισαγωγή αγαθών επί πιστώσει (π.χ πετρέλαιο από το Ιράν) ή με τη μέθοδο Κλήρινγκ
  • Άμεση προσαρμογή του πρωτογενούς τομέα παραγωγής στις ανάγκες διατροφής του πληθυσμού
  • Πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, άνοιγμα στις αναδυόμενες αγορές (B.R.I.C.S), γιατί όχι και σχέσεις με Η.Π.Α αν αυτό επιτάσσει το εθνικό συμφέρον
  • Κατά της μετανάστευσης, επομένως και κατά της ανεγέρσεως του ισλαμικού τεμένους
  • Κατά των πάσης φύσεως μειονοτήτων (εθνοτικές, θρησκευτικές, σεξουαλικού προσανατολισμού δηλαδή κατά των ομοφιλοφίλων)
  • Κατά των εκτρώσεων
  • Θεωρεί ότι η Δύση παρακμάζει μέσα από το λεγόμενο politically correct ή αλλιώς πολιτικώς ορθού τρόπου σκέψης και ζωής που της επεβλήθη τόσο από τη διεθνιστική αριστερά όσο και από τη διεθνιστική δεξιά (όρος που δίδει για τους νεοφιλελευθέρους) με τις ευλογίες του πολιτισμικού μαρξισμού της Σχολής της Φρανκφούρτης











Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Έχει εφαρμογή ή όχι η τεχνολογική νομοτέλεια στην Τηλεόραση και το Διαδίκτυο; Το ελληνικό παράδειγμα



Ι. Εισαγωγή

Τα μέσα της τηλεόρασης και του διαδικτύου αποτέλεσαν τεχνολογικές επικοινωνιακές επαναστάσεις που επέφεραν καταλυτικές αλλαγές στη ζωή των ανθρώπων. Με βάση αυτό το δεδομένο, αλλά και με την εμπειρία από την εμφάνιση επαναστατικών επικοινωνιακών μέσων στο παρελθόν όπως η τυπογραφία, ο τηλέγραφος, το τηλέφωνο, ο κινηματογράφος και το ραδιόφωνο, ορισμένοι θεωρητικοί διατύπωσαν την άποψη ότι σε κάθε εποχή η τεχνολογία της Επικοινωνίας πρωτοπορεί, καθορίζοντας έτσι τα κοινωνικά δρώμενα. Η θέση αυτή οδήγησε στην ανάπτυξη της θεωρίας του τεχνολογικού ντετερμινισμού, η οποία πρέσβευε ότι οι επικοινωνιακές επαναστάσεις προηγούνται των κοινωνικών (ΜακΚουέιλ, 2003: 114). Με αυτό τον τρόπο δημιουργούν έναν γραμμικό άξονα μεταβλητών τοποθετώντας τα μέσα επικοινωνίας ως την ανεξάρτητη μεταβλητή, το επικοινωνιακό περιβάλλον ως την ενδιάμεση και την κοινωνία ως την εξαρτημένη.

Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα ή απλώς ορισμένοι βλέπουν το «φαίνεσθαι» και όχι την ουσία, το «είναι» του ζητήματος; Διότι, σύμφωνα με την κοινωνιοκεντρική προσέγγιση (ΜακΚουέιλ, 2003: 116), που παρουσιάστηκε στον αντίποδα της τεχνολογικής νομοτέλειας, είναι οι αλλαγές στο κοινωνικό γίγνεσθαι που επιβάλλουν την ανακάλυψη νέων επικοινωνιακών μέσων. Στην περίπτωση αυτή η κοινωνία ορίζεται ως η ανεξάρτητη μεταβλητή που οδηγεί τις εξελίξεις ενώ τα επικοινωνιακά μέσα τοποθετούνται ως την εξαρτημένη. Με το παρόν πόνημα θα εξετάσουμε εάν υπάρχει ή όχι εφαρμογή της τεχνολογικής νομοτέλειας στα μέσα της τηλεόρασης και του διαδικτύου στην Ελλάδα.

ΙΙ. Το ελληνικό παράδειγμα

Πυρήνας της υπόθεσης εργασίας -την οποία θα ξεδιπλώσουμε επιχειρηματολογώντας στοχευμένα- είναι η κοινωνιοκεντρική θεώρηση, που προτάσσει ότι για τη μετάβαση από μία προγενέστερη επικοινωνιακή τεχνολογία σε μία καινούργια κυρίαρχο ρόλο παίζει ο κοινωνικός μετασχηματισμός. Στη μεταπολεμική Ελλάδα ήταν πρόδηλη αυτή η τάση. Είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται ένα αστικοποιημένο περιβάλλον. Οι πληγές του Εμφυλίου με την παράλληλη αποψίλωση της ρημαγμένης επαρχίας οδήγησαν σε ένα ολοένα διογκούμενο κύμα εσωτερικής μετανάστευσης (εκτός της εξωτερικής) κατά τη δεκαετία του ’50. Το πλήθος των μετοίκων στα μεγάλα αστικά κέντρα δημιούργησε την ανάγκη εξεύρεσης νέων τρόπων και κωδίκων επικοινωνίας.

III. Η Τηλεόραση στην Ελλάδα

Κατά συνέπεια, καθίσταντο επιτακτική η επιλογή ενός μαζικού επικοινωνιακού μέσου, το οποίο θα βοηθούσε στην ομογενοποίηση του αστικού πληθυσμού. Η έλευση της τηλεόρασης ήρθε να καλύψει αυτή την ανάγκη του κόσμου για μαζική φθηνή οικογενειακή ψυχαγωγία, σε πρώτη φάση, εξυπηρετώντας τις επικοινωνιακές επιδιώξεις που προαναφέρθηκαν (ΜακΚουέιλ, 2003: 37), με την ενημέρωση να έπεται (άλλωστε εκείνη την εποχή η ενημέρωση καλύπτονταν από το ραδιόφωνο). Επομένως, ήταν το αίτημα της ελληνικής κοινωνίας (ανεξάρτητη μεταβλητή) των δεκαετιών του ’50 και του ’60 για αλλαγή του επικοινωνιακού περιβάλλοντος (ενδιάμεση) μέσα από ένα λαϊκό μαζικό μέσο επικοινωνίας (εξαρτημένη) που επέβαλλε την είσοδο της τηλεόρασης στην ελληνική οικογένεια. 

Αν και οι πρώτες πειραματικές τηλεοπτικές μεταδόσεις άρχισαν στις αρχές του ’60, τα πρώτα κρατικά κανάλια με τακτικό πρόγραμμα εξέπεμψαν το 1966 και ήταν η τηλεόραση της ΕΙΡ (Ελληνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) και η ΤΕΔ (Τηλεόραση Ενόπλων Δυνάμεων). Το 1967 η δικτατορία των Συνταγματαρχών βρήκε μία θαυμάσια ευκαιρία για να προωθήσει την προπαγάνδα της μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες. Ο μοναδικός συνδυασμός ήχου και εικόνας μέσα από μία μονόδρομη σχέση (το τηλεοπτικό σήμα ως ενεργητικό υποκείμενο και ο οικογενειακός τηλεοπτικός δέκτης ως παθητικό αντικείμενο) έδινε μια άλλη δυναμική τόσο για τη μετάδοση των μηνυμάτων του στρατιωτικού καθεστώτος όσο και για την παρουσίαση αποπροσανατολιστικών ψυχαγωγικών εκπομπών. Επιπρόσθετα, πέραν της χρησιμοποίησης των δελτίων ειδήσεων για τις πολιτικές αποφάσεις και τις εκδηλώσεις του καθεστώτος, θα αναφέρουμε ενδεικτικά την ένταξη του ποδοσφαίρου και των αθλητικών εκπομπών ως μέσων λαϊκής ψυχαγωγίας. Για παράδειγμα η εκπομπή Αθλητική Κυριακή ξεκίνησε το 1969 και αποτέλεσε τη μακροβιότερη τηλεοπτική αθλητική ενημέρωση ενώ η μετάδοση ποδοσφαιρικών αγώνων σημείωνε μεγάλα ποσοστά τηλεθέασης. Εκτός του αθλητισμού η χούντα επένδυσε σε ελληνικές σειρές που καθήλωναν, κυριολεκτικά, τον κόσμο στο σπίτι, αποπροσανατολίζοντάς τον έτσι, αφενός μεν από τα καθημερινά του προβλήματα αφετέρου δε (το κυριώτερο) από την διάθεσή του για πολιτικό αγώνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σειρά Άγνωστος Πόλεμος (1971-1972) του Νίκου Φώσκολου κατέγραφε ποσοστά τηλεθέασης περί το 83%.

Όμως, η προσπάθεια ελέγχου και χειραγωγήσεως της ελληνικής τηλεόρασης συνεχίστηκε και μετά την πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος. Οι κομματικές κυβερνήσεις τόσο της Νέας Δημοκρατίας όσο και του ΠΑ.ΣΟ.Κ δεν έδειξαν διατεθειμένες να παραχωρήσουν ανεξαρτησία στην τηλεόραση. Τα τηλεοπτικά δελτία συνέχισαν να προβάλλουν το κυβερνητικό έργο λειτουργώντας ως άτυπα κομματικά όργανα. Κατά συνέπεια, όταν το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 τέθηκε το ζήτημα της απορρύθμισης (Παπαθανασόπουλος, 1993: 17), δηλαδή της εισόδου ιδιωτικών τηλεοπτικών καναλιών, σπάζοντας με αυτό τον τρόπο το κρατικό μονοπώλιο, υπήρξε αντίδραση από την τότε κυβέρνηση. Όταν, τελικά, εδόθησαν οι ιδιωτικές τηλεοπτικές άδειες εκείνες ήταν προσωρινές (και συνεχίζουν να είναι) ενώ αποτέλεσαν προϊόν πολιτικών δοσοληψιών και συγκυριών (Παπαθανασόπουλος, 1993: 249). Να τονίσουμε εδώ ότι η εν Ελλάδι ιδιωτική τηλεόραση εισήγαγε τη δεκαετία του ’90 το Life style και το κουτσομπολιό ως τρόπο ζωής (πρωινάδικα, μεσημεριανάδικα), καθώς και την λεγόμενη trash-tv (όπως το περιβόητο Ερωτοδικείο), συντελώντας στην αποπολιτικοποίηση της νέας γενιάς. Η συνεχής απαξίωση του πολιτικού συστήματος οδήγησε τους πολιτικούς στο να ευνοήσουν τη στροφή του κόσμου σε ανάλαφρα θεάματα, απομακρύνοντας τον από την πολιτική. Πρόκειται για παρόμοια πρακτική με εκείνη των Συνταγματαρχών.

IV. Το Διαδίκτυο στην Ελλάδα

Γύρω στις αρχές του 2000 άρχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του στο ελληνικό γίγνεσθαι το διαδίκτυο ως ένας εναλλακτικός ηλεκτρονικός τρόπος επικοινωνίας και ενημέρωσης, λόγω του ότι με την αμφίδρομη σχέση που προσέφερε έδινε στον χρήστη τη δυνατότητα να είναι ταυτόχρονα λήπτης και πομπός μηνυμάτων. Με αυτόν τον τρόπο ο διαδικτυακός δίαυλος επανέφερε στο επίκεντρο το ενδιαφέρον του πολίτη για τα κοινά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προσελκύσει τα μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα, όπως ο ΔΟΛ με το in.gr (τέλη του 1999). Να τονίσουμε εδώ ότι το ξεκίνημα του διαδικτύου στην Ελλάδα χρονολογείται από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 με την εμφάνιση των πρώτων παρόχων όπως η CompuLink το 1992, η HOL το 1993 και η FORTHnet το 1995. Η χρονολογική αναφορά γίνεται με σκοπό να καταδείξει ότι το συγκεκριμένο μέσο δεν έτυχε από την αρχή μαζικής υποδοχής ανάλογης με την τηλεόραση, παρά μόνον όταν συντελέσθηκαν οι κατάλληλες κοινωνικές ζυμώσεις που του επέτρεψαν να αναδειχτεί ως τον κύριο επικοινωνιακό εκφραστή αυτών. Για άλλη μία φορά η κοινωνία βρίσκεται στο προσκήνιο καθορίζοντας τις εξελίξεις (ανεξάρτητη μεταβλητή) και διαμορφώνοντας τους κανόνες του επικοινωνιακού περιβάλλοντος (ενδιάμεση) στο μέσο που εκείνη επιλέγει (εξαρτημένη) ως τον πλέον κατάλληλο εκφραστή της.

Αν και η αρχική χρήση του διαδικτύου δεν αποσκοπούσε στο να λάβει τη μαζική μορφή που έχει σήμερα, εντούτοις τα πλέον «ψαγμένα» τμήματα της κοινωνίας διείδαν τις εκπληκτικές δυνατότητες του και φρόντισαν να το καταστήσουν ως τον προνομιακό χώρο για να στεγάσουν τον λόγο τους. Άλλωστε ήταν αποκλεισμένοι από την κομματοκρατική τηλεόραση, η οποία δεν άντεχε τον τεκμηριωμένο αντίλογο. Τουναντίον, προωθούσε την κατασκευή τυποποιημένων μαζανθρώπων ασκώντας μία ιδιότυπη έμμεση προπαγάνδα υπέρ του καθιερωμένου status. Έτσι η καθιέρωση του blogging ως προσωπικής έκφρασης και ενημέρωσης, οι ιστοσελίδες άποψης και τα διάφορα φόρα συζητήσεων (όπως το Athens-indymedia που ξεκίνησε το 2001), στα οποία λάμβανε χώρα μίαν συνεχής κίνηση των ιδεών, άρχισαν να δίνουν μία ιδιαίτερη χροιά στη διαδικτυακή κοινότητα. Ύστερα ήρθαν οι ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης όπως το face book (2005) και το twitter (2006). Είναι γεγονός ότι το δαιμόνιο της πολιτικής ενυπάρχει στον Έλληνα, ο οποίος βρήκε την ευκαιρία να δηλώσει ξανά παρόν στα πολιτικά δρώμενα.

Βεβαίως, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το μεγάλο κύμα επαναπολιτικοποίησης στην Ελλάδα ξεκίνησε το 2010 με την είσοδο της χώρας στο Μνημόνιο (π.χ το κίνημα των αγανακτισμένων Μάϊος-Ιούνιος του 2011). Οπωσδήποτε, όμως, προϋπήρχε η κατάλληλη πλατφόρμα για ακτιβιστικές ενέργειες. Εξάλλου, το διαδίκτυο, από τη φύση του είναι ένα ελεύθερο μέσο, διατηρεί την ανωνυμία του και ευνοεί τον συντονισμό των κάθε λογής δράσεων. Υπενθυμίζω ότι τον Ιούλιο του 2007 υπήρξε άμεση ανταπόκριση του κόσμου στο κάλεσμα των bloggers για συγκέντρωση έξω από τη Βουλή με αφορμή την φωτιά στην Πάρνηθα λίγες ημέρες πριν. Ένα χρόνο μετά τον Δεκέμβριο του 2008, με αφορμή τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου μαθητή Γρηγορόπουλου το διαδίκτυο επίσης πρωτοστάτησε στις κινητοποιήσεις. 

Φυσικά και στην περίπτωση του διαδικτύου τόσο η επίσημη πολιτεία όσο και τα κόμματα δεν το άφησαν ανεκμετάλλευτο. Γεγονός, όμως, είναι ότι εισήλθαν καθυστερημένα στη διαδικτυακή σφαίρα, σε αντίθεση με την τηλεόραση την οποία εκμεταλλεύτηκαν από την αρχή. Από το 2009 άρχισαν να χρησιμοποιούν συγχρόνως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την μπλογκόσφαιρα διάφοροι πολιτικοί στήνοντας ιστοσελίδες και λογαριασμούς, των οποίων τη διαχείριση τις περισσότερες φορές την εμπιστεύονταν σε επικοινωνιολόγους. Το ίδιο έπραξαν και τα κόμματα με κορυφαίο παράδειγμα τους Ανεξάρτητους Έλληνες, ένα κόμμα γέννημα θρέμμα του διαδικτύου και ειδικότερα των κοινωνικών δικτύων (Social media).

V. Σύγκριση Τηλεοράσεως και Διαδικτύου

Παρακολουθώντας την ιστορική πορεία της τηλεόρασης και του διαδικτύου στη μεταπολεμική Ελλάδα διαπιστώνουμε ένα κοινό σημείο αναφοράς σε σχέση με την αποδοχή τους από το ελληνικό κοινό. Αυτό συνίσταται στο ότι ήταν οι κοινωνικές επιταγές που ευνόησαν τη διάδοση και των δύο μέσων. Στην περίπτωση της τηλεόρασης ήταν ο κοινωνικός μετασχηματισμός από αγροτική σε αστική κοινωνία ενώ αναφορικά με το διαδίκτυο το έναυσμα το έδωσαν οι ακτιβιστικές ενέργειες μίας μικρής αλλά κρίσιμης μάζας σκεπτόμενων ανθρώπων, οι οποίοι έμειναν μακριά από την επίδραση των τηλεοπτικών τεκταινόμενων, όντες ενταγμένοι στο κίνημα της αντιπαγκοσμιοποίησης. Η διαφορά τους ήταν ότι η τηλεόραση κατέστη από νωρίς όργανο ελέγχου και μονόδρομης χειραγώγησης σε αντίθεση με το διαδίκτυο του οποίου η ελευθερία, βασισμένη στη διαδραστικότητα, άφηνε ανοικτό πεδίο κοινωνικής και πολιτικής δράσης. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, θα λέγαμε ότι η χρήση του διαδικτύου –ιδίως από τους νέους- ξεπέρασε την τηλεόραση η οποία ακολουθεί ασθμαίνοντας, όπως, για παράδειγμα, στον τομέα της ενημέρωσης. Για τον λόγο αυτό προωθείται η λεγόμενη και σύγκλιση των μέσων επικοινωνίας (Παπαθανασόπουλος, 2011: 95) ώστε να επαναφέρουν τον έλεγχο τους στα χέρια της Πολιτείας. Επομένως, κάθε εισαγωγή ενός νέου μέσου αντανακλά την κοινωνική διαπάλη, άρα το μέσο δεν αποτελεί, από μόνο του, το μήνυμα (Mcluhan, 1991: 234). Το μέσο εισάγεται με σκοπό να αποτελέσει το εργαλείο καθοδήγησης της μάζας στην κατασκευή υπηκόων (Ε.Α Ράουτερ, 1982). Κατά συνέπεια η θεωρία της τεχνολογικής νομοτέλειας αποτελεί μία φενάκη.
  

VI. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.                  ΜακΚουέιλ Ντένις, (2003), Η θεωρία της Μαζικής Επικοινωνίας για τον 21ο αιώνα, Μετάφραση: Μεταξά Κάτια, Αθήνα: Καστανιώτη.
2.                  Παπαθανασόπουλος Στέλιος, (1993), Απελευθερώνοντας την Τηλεόραση, Αθήνα: Καστανιώτη.
3.                  Παπαθανασόπουλος Στέλιος, (2011), Τα μέσα επικοινωνίας στον 21ο αιώνα, Συλλογικό, Αθήνα: Καστανιώτη.
4.                  Λιβιεράτος Κώστας – Φραγκούλης Τάκης, (1991), Το μήνυμα του μέσου, Συνθέσεις/1, Μετάφραση: Λυκιαρδοπούλου Αμίκα – Αναγνώστου Λευτέρης, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
Ράουτερ Ε. Α, (1982), Η κατασκευή υπηκόων, Μετάφραση: Κούρτοβικ Δημοσθένης, Αθήνα: Αιγόκερος.