Βυζαντινή Σημαία

Βυζαντινή Σημαία

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η θέση της Ελλάδος στο μεταβαλλόμενο διεθνές πολιτικό σκηνικό του 20ου αιώνα





Εισαγωγή

Η αυγή του 20ου αιώνος βρήκε το ελληνικό κράτος σε κατάσταση αποσυντονισμού. Επικρατούσε ήδη αναβρασμός, απότοκο των οικονομικών δυσκολιών που προκάλεσε η έλευση του Δ.Ο.Ε (Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου) μετά τον ατυχή για την Ελλάδα ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, του μακεδονικού αγώνος κατά των Βουλγάρων Κομιτατζήδων, αλλά και λόγω της γενικότερης απαξίωσης του πολιτικού συστήματος. Όμως, ποια ήταν η συνολική πορεία της Ελλάδος στο μεταβαλλόμενο διεθνές πολιτικό περιβάλλον κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα; Με το παρόν επιχειρούμε να τη σκιαγραφήσουμε, καταδεικνύοντας, παράλληλα, τους σημαντικότερους σταθμούς αυτής.

Η πρώτη δεκαετία του 20ου
 
Η πρώτη δεκαετία του 20ου βρίσκει την Ελλάδα να προσπαθεί να υπερασπισθεί τη Μακεδονία από τη βουλγαρική βουλιμία. Η Βουλγαρία, μετά την προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1885, επιχειρεί να εκβουλγαρίσει βιαίως τους πληθυσμούς της Μακεδονίας. Το νέο αυτό κύμα με πρωτοστάτες τους κομιτατζήδες οπλαρχηγούς ακολουθεί την εξέγερση του Ίλιντεν[1] το 1903 και εξαπλούται στον μακεδονικό χώρο, παρά την παρουσίαση του σχεδίου Μυστέργκ που οικονομούσε τη συμμετοχή των χριστιανικών πληθυσμών στη διοίκηση των νέων βιλαετίων στην Ευρωπαϊκή Τουρκία. Η τουρκική αντίδραση, μετά το Ίλιντεν, προς τους βουλγάρους εξαρχικούς είναι χλιαρή. Από την πλευρά της ηττημένης Ελλάδος του 1897 το μόνο που επιχειρείται είναι κάποιες ατομικές προσπάθειες Ελλήνων αξιωματικών, οι οποίοι πέρασαν τα σύνορα με σκοπό να οργανώσουν την άμυνα των ελληνικών πληθυσμών. Κορυφαίο παράδειγμα είναι ο Παύλος Μελάς που δρούσε με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας.

         Εκτός, όμως, του Μακεδονικού το διεθνές σκηνικό δείχνει να έχει διαφοροποιηθεί δραματικά. Ως προς το λεγόμενο και «Ανατολικό Ζήτημα»[2], η Αγγλία έχει αλλάξει στάση. Η πάγια αγγλική εξωτερική πολιτική, έως το 1878 τουλάχιστον, επιθυμούσε τη διατήρηση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ως ανάχωμα για την κάθοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο. Από τη χρονιά εκείνη, σταδιακά, η Αγγλία αναθεωρούσε την υποστήριξή της προς τον Σουλτάνο. Ο λόγος ήταν η δυναμική είσοδος στα πράγματα της Γερμανίας του 2ου Ράϊχ υπό τον Καγκελλάριο Βίσμαρκ. Σταδιακά οι Γερμανοί εξετόπισαν την Αγγλική επιρροή στο Οθωμανικό κράτος και αύξησαν σε μεγάλο βαθμό τη δική τους στα πλαίσια του «Ντραγκ Ναχ Όστεν», δηλαδή την επέκταση προς Ανατολάς.
    
Είναι φανερό, πλέον, ότι το παλαιό και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα δεν επαρκεί για να οδηγήσει τη χώρα μέσα από τις συμπληγάδες των νέων λεπτών διεθνών ισορροπιών. Η δολοφονία του Θεοδώρου Δηλιγιάννη το 1905 (καίτοι αποδίδεται σε κάποιον χαρτοπαίκτη) ήταν χαρακτηριστική της εποχής και προοίμιο για το κίνημα στου Γουδή το 1909 από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο, το οποίο είχε την υποστήριξη των μεσαίων στρωμάτων.


Σε αυτό σημείο, και πριν να αναφερθούμε στο αποτέλεσμα του κινήματος στο Γουδί, θα πρέπει να αναφέρουμε τη χρεωκοπία της Ελλάδος. Το 1893 ο τότε πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης δήλωσε το περίφημο: "Δυστυχώς επτωχεύσαμεν". Παρά την ελληνική χρεωκοπία, όμως, το κράτος αρνήθηκε τις προστάσεις των πιστωτών και συνέχισε την πολιτική του, διοργάνωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, αλλά υπέπεσε σε ένα ολισθηρότατο ατόπημα, το οποίο οδήγησε την Ελλάδα στην εποπτεία του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου. Αυτό ήταν ο ατυχής πόλεμος του 1897 με την Τουρκία, με αφορμή το Κρητικό ζήτημα. Η σύγκρουση με την τότε Οθωμανική αυτοκρατορία (ο στρατός της οποίας είχε εκπαιδευτεί και εξοπλιστεί από τη Γερμανία) οδήγησε στη συντριβή των ελληνικών στρατευμάτων και την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Ορίστηκε η καταβολή υπέρογκης πολεμικής αποζημιώσεως, ενώ, παράλληλα ρυθμίστηκαν και τα παλαιότερα χρέη της Ελλάδος.


Τώρα, για να επιστρέψουμε στο 1909, οι συνέπειες του κινήματος ήταν η άφιξη στην Αθήνα ενός χαρισματικού πολιτικού: Του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος επιχείρησε να αναμορφώσει το ελληνικό κράτος και την κοινωνία. Ο ίδιος θα δώσει σάρκα και οστά στο πρόταγμα της «Μεγάλης Ιδέας», το οποίο συνίστατο στην ενσωμάτωση των ελληνικών πληθυσμών εκτός της ελληνικής επικρατείας σε αυτή με την ένταξη των περιοχών που διαβιούν στο ελληνικό κράτος, αποσπώντας αυτές από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Έτσι προχώρησε στον εκσυγχρονισμό της χώρας με το σύνταγμα του 1911, τον επανεξοπλισμό του στρατού και τη δημιουργία ισχυρού πολεμικού ναυτικού, στοιχείου απαραίτητου για την επικράτηση σε μελλοντική στρατιωτική διένεξη. Παράλληλα, λειτουργούσε ως ο κύριος εκφραστής της αγγλικής πολιτικής -έχοντας σχεδόν άριστες σχέσεις με τους Άγγλους-. Ήταν πλέον γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι τα συμφέροντα της Αγγλίας, για πρώτη φορά από την ίδρυση του ελληνικού κράτους του 1830, ταυτίζονταν με τον ελληνικό αλυτρωτισμό.


Επειδή, όμως, η κατάσταση στη Βαλκανική μετά την ανάδυση του αλυτρωτισμού των υπολοίπων βαλκανικών λαών ήταν ιδιαιτέρως έκρυθμη (π.χ Μακεδονικό), ο Βενιζέλος στράφηκε και προς την απέναντι Μικρασιατική ακτή, στους αλύτρωτους Έλληνες της Ιωνίας όπου δεν υπήρχαν αντίζηλοι. Αυτή, φυσικά, η στροφή δεν απέκλειε το συνεχιζόμενο ενδιαφέρον για τους Έλληνες στα βαλκανικά εδάφη.


Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913) & Α’ Παγκόσμιος (1914-1918)
 
Αν το Γουδί αποτέλεσε κομβικό σημείο στη νεοελληνική ιστορία, η επόμενη δεκαετία αποτέλεσε τον καταλύτη για την Εθνική Ολοκλήρωση. Η επιμονή του Βενιζέλου να συμμετάσχει και η Ελλάδα στη συμμαχία της Σερβίας με τη Βουλγαρία, στηριγμένη στο ισχυρό πολεμικό ναυτικό[3] που φρόντισε να δημιουργήσει, έδινε νέα τροπή στα πράγματα. Ο ισχυρός βαλκανικός συνασπισμός απαίτησε από τους Τούρκους τον σεβασμό των μειονοτήτων στην Οθωμανική επικράτεια. Η άρνηση της Τουρκίας οδήγησε στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο τον Οκτώβριο του 1912 που απέβη νικηφόρος για τα βαλκανικά κράτη, ενώ τον Ιούλιο του 1913 η πρόθεση της Βουλγαρίας να αρπάξει εδάφη από την Ελλάδα και τη Σερβία έδωσε την αφορμή για τον επίσης νικηφόρο δεύτερο βαλκανικό πόλεμο. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ακόμη και οι Μεγάλες Δυνάμεις αιφνιδιάστηκαν από τη συμμαχία αυτή και τον κεραυνοβόλο πόλεμο κατά της Τουρκίας.


Τα αποτελέσματα των Βαλκανικών πολέμων απέβησαν καταλυτικά για την αύξηση της εκτάσεως της Ελλάδος αλλά και της ισχύος της. Συγκεκριμένα η Ελλάδα, από τα 64 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα στις αρχές του Οκτωβρίου του 1912, βρέθηκε στις αρχές του Αυγούστου του 1913 με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου[4] να έχει σχεδόν διπλασιαστεί στα 120 χιλιάδες περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα. Απελευθερώθηκε η Ήπειρος, η Μακεδονία, τα νησιά του Βορείου Αιγαίου και ενσωματώθηκε η Κρήτη. Επιπλέον, ο πληθυσμός της Ελλάδος αυξήθηκε από τα 2,6 εκατομμύρια περίπου στα 5 εκατομμύρια.
 

Η εδαφική αυτή επέκταση περιέκλειε δεκάδες χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών και δρόμων. Επιπρόσθετα, επέφερε αύξηση του κρατικού προϋπολογισμού, βιομηχανική ανάπτυξη, άνοδο της ναυτιλίας και επέκταση του εμπορίου, ενώ ενίσχυσε τα μέγιστα το εθνικό γόητρο, δεδομένου ότι μόλις 15 έτη πριν, το 1897, η χώρα είχε υποστεί μία ταπεινωτική ήττα από την Τουρκία και είχε υπαχθεί στον Διεθνή Οικονομικό έλεγχο προκειμένου να πληρώσει τις δυσβάσταχτες πολεμικές αποζημιώσεις.


Αλλά τα γεγονότα είναι καταιγιστικά και πρωτόγνωρα, καθώς οι διεθνείς εξελίξεις οδηγούν στο ξέσπασμα του Α’ παγκοσμίου πολέμου. Ο ανελέητος οικονομικός ανταγωνισμός της Γερμανίας με  την Αγγλία, κατά κύριο λόγο, και τη Γαλλία κατά δεύτερο, παράλληλα με την πρόθεση των Γερμανών να αναπτύξουν ναυτικές δυνάμεις και να καταστούν αποικιοκρατική δύναμη, κατέληξε στην ένοπλη σύγκρουσή τους το 1914 στα πλαίσια του Α’ παγκοσμίου. Επαληθεύονταν, έτσι, για μία ακόμη φορά ο Κλαούζεβιτς που όριζε τον πόλεμο ως τη «συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα». Προηγουμένως, από τη δεκαετία του 1880, η Αγγλία είχε φροντίσει να προσεγγίσει την άλλοτε αντίζηλό της στην Ανατολική Μεσόγειο Τσαρική Ρωσία. Έτσι η τριπλή Συνεννόηση, με τη συμμετοχή και της Γαλλίας, ή αλλοιώς ΑΝΤΑΝΤ, ανέλαβε τη διεξαγωγή του πολέμου εναντίον των κεντρικών αυτοκρατοριών, που τις αποτελούσαν η Αυστροουγγαρία και η Γερμανία αρχικά, ενώ αργότερα προσετέθησαν στο πλευρό τους η Οθωμανική αυτοκρατορία και η Βουλγαρία.


Ο Βενιζέλος ήταν εξ’ αρχής πεπεισμένος ότι η νίκη θα στεφάνωνε τα όπλα της ΑΝΤΑΝΤ, για τον απλούστατο λόγο ότι κυριαρχούσαν στις θάλασσες. Η επιδίωξή του ήταν να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των συμμάχων ώστε να αποκομίσει τα μέγιστα δυνατά εδαφικά οφέλη και να καταστεί, τρόπο τινά, σε περιφερειακή δύναμη. Ειδικά, μετά την ένταξη της Τουρκίας και της Βουλγαρίας στο πλευρό των Κεντρικών αυτοκρατοριών[5] και την παράλληλη πρόταση της Αγγλίας, η οποία συνίστατο σε συγκεκριμένα εδαφικά ανταλλάγματα, δίνονταν μία μοναδική ευκαιρία στη χώρα.


Υπήρχε, όμως, ένα σοβαρότατο πρόβλημα. Ο Κωνσταντίνος, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον πατέρα του Γεώργιο τον Α’ μετά τη δολοφονία του στη Θεσσαλονίκη το 1913. Ο Κωνσταντίνος, γερμανοτραφής ων και έχοντας ως σύζυγο την αδερφή του Κάϊζερ Σοφία, επιθυμούσε την τήρηση ουδέτερης στάσης, η οποία στην ουσία εξυπηρετούσε τα γερμανικά συμφέροντα. 


Είναι χαρακτηριστικά αυτά που γράφει η Σοφία στον αδελφό της Κάϊζερ Γουλιέλμο Β’, η οποία, παρεμπιπτόντως αισθάνεται Γερμανίδα και όχι Ελληνίδα:


«Ελπίζω ότι δεν θα παραβλέψεις το γεγονός πως στην επιδίωξη των σχεδίων μας η Ελλάδα αν συνδεθεί σιδηροδρομικώς θα μπορούσε ένεκα της γεωγραφικής της θέσης να φανεί χρήσιμη και πολύτιμη βοηθός της αγαπημένης μας πατρίδας. Θα συνεχίσουμε πάντα να εργαζόμαστε ανάμεσα στο λαό για το καλό της Γερμανίας ενάντια στους εχθρούς μας. Μπορείς να είσαι απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό και είμαι περήφανη που τα απερίγραπτα βάσανα και οι αγωνίες στις οποίες έχουμε υποβληθεί και υποβαλλόμαστε για τη διατήρηση της ουδετερότητας, μας έκαναν ικανούς να προσφέρουμε σημαντικές υπηρεσίες. Με αγάπη Σοφία.»[6]


Η άμεση αντίδραση του Βενιζέλου ήταν να παραιτηθεί. Τα αγγλογαλλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη το 1916 και η Ελλάδα διαιρέθηκε σε δύο κράτη. Το ένα ήταν των Αθηνών με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο, το οποίο συμπεριλάμβανε τη παλαιά Ελλάδα. Το δεύτερο ήταν το κράτος της Θεσσαλονίκης που περιλάμβανε τις νέες κτήσεις και είχε ως αρχή την τριανδρία Βενιζέλου, Κουντουριώτη, Δαγκλή. Το αποτέλεσμα ήταν ο Εθνικός Διχασμός κατά τα έτη 1916-1917 που οδήγησε στην αναγκαστική αποχώρηση του Κωνσταντίνου τον Ιούνιο του 1917 και την ανάληψη της πρωθυπουργίας της ενιαίας πλέον Ελλάδος από τον Βενιζέλο με βασιλιά τον Αλέξανδρο, υιό του Κωνσταντίνου. Στη συνέχεια ο Βενιζέλος έβγαλε την Ελλάδα στον πόλεμο στο πλευρό της ΑΝΤΑΝΤ. 


Η πορεία του πολέμου δικαίωσε τις προσδοκίες του Βενιζέλου. Η ήττα και η παράδοση της Γερμανίας τον Νοέμβριο του 1918, αλλά ειδικότερα η παράδοση της Τουρκίας με την ανακωχή του Μούδρου τον Οκτώβριο του ίδιου έτους βρήκε την Ελλάδα στο στρατόπεδο των νικητών. Η Οθωμανική αυτοκρατορία είχε σχεδόν διαλυθεί και η ευκαιρία που παρουσιαζόταν για την εκπλήρωση της «Μεγάλης Ιδέας» ήταν μοναδική. Τον Μάϊο του 1919, με τη σύμφωνη γνώμη της Αγγλίας και του Λόϋντ Τζωρτζ, η Ελλάδα αποβιβάζει εκστρατευτικό σώμα στην περιοχή της Σμύρνης, ενώ τα σύνορα στην Ανατολική Θράκη φθάνουν μέχρι την Τσατάλτζα, μερικά μόλις χιλιόμετρα μακρυά από την Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον, με τη συνθήκη του Νεϊγύ κατοχυρώνεται η Ανατολική Μακεδονία και η Δυτική Θράκη και απομακρύνεται η Βουλγαρία από την έξοδο στο Αιγαίο. Παράλληλα με το σύμφωνο Βενιζέλου-Τιτόνι, την ίδια εποχή, ρυθμίζονται οι ελληνοϊταλικές σχέσεις.


Από τη συνθήκη των Σεβρών (1919) στη Μικρασιατική Καταστροφή   (1922)


Τελικά, οι ελληνικές διεκδικήσεις επισφραγίζονται με τη συνθήκη των Σεβρών τον Ιούλιο του 1920. Επρόκειτο για την κορυφαία στιγμή της βενιζελικής πολιτικής. Η Ελλάδα φαντάζει ισχυρή και πλησιάζει την εκπλήρωση των ονείρων της. Αλλά, οι εκλογές του Νοεμβρίου τού 1920 επιφυλάσσουν μία δυσάρεστη[7] έκπληξη για τον Κρητικό πολιτικό. Η ήττα του κόμματός του, των Φιλελευθέρων, τον αναγκάζει να εγκαταλείψει την Ελλάδα και να παρακολουθεί πλέον τις εξελίξεις από το Παρίσι όπου καταλύει.


Δυστυχώς, μία σειρά λανθασμένων χειρισμών των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων, που απεδείχθησαν κυριολεκτικά καταστροφικές για τη χώρα, έφεραν την ήττα του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία και συνακόλουθα τη Μικρασιατική καταστροφή. 


Συνοψίζοντας αυτές έχουμε: 


1. Τη μη τήρηση της υποσχέσεως, το λεγόμενο και «Οίκαδε»,  την επιστροφή δηλαδή στα Πάτρια για τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς. Αντ’ αυτού βλέπουμε τη συνέχιση του πολέμου στα βάθη της Μικράς Ασίας, που έφερε το στράτευμα στα όριά του.

2. Την επαναφορά με δημοψήφισμα του Κωνσταντίνου, ο οποίος ήταν αντιπαθής στους συμμάχους, ιδίως στους Γάλλους, στους οποίους έδωσε την αφορμή να απεμπλακούν από τη μικρασιατική εκστρατεία με το να σταματήσουν την υλικοτεχνική βοήθεια προς την Ελλάδα.

3. Την αποστράτευση ικανών αξιωματικών, μόνο και μόνο επειδή ήταν βενιζελικοί, που είχε επίδραση στο αξιόμαχο του στρατού.

4. Την άρνηση συμβιβαστικής λύσης τον Μάρτιο του 1921, όταν είχε ακόμη η Ελλάδα το πάνω χέρι.


Τα παραπάνω συνδυάστηκαν με:


1. Τη συμφωνία Γάλλων και Ιταλών με τον Κεμάλ που προέβλεπε την παραχώρηση της Κιλικίας και της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας.

2. Την συμφωνία Κεμαλικών και Μπολσεβίκων και τη συνακόλουθη υλικοτεχνική βοήθεια στα στρατεύματα του Κεμάλ από τους Σοβιετικούς.

3. Την απροθυμία των Άγγλων να συνδράμουν την Ελλάδα, αν και ήταν οι λιγότερο εχθρικοί.


            Η ήττα της Ελλάδος από την Τουρκία του Κεμάλ την οδήγησε στο να απολέσει το όποιο κύρος είχε αποκτήσει την περίοδο της διακυβερνήσεως του Βενιζέλου. Οι διαπραγματεύσεις στη Λωζάννη ήταν σκληρές, αλλά η παρουσία του Βενιζέλου απέτρεψε τα χειρότερα. Η υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης το 1923 όρισε τα ελληνικά σύνορα στο ύψος των σημερινών, εκτός των Δωδεκανήσων που παρέμειναν στους Ιταλούς. Το σημαντικό ήταν ότι κατοχύρωνε τη Δυτική Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου στην Ελλάδα. Επιπρόσθετα, καθόριζε την ανταλλαγή πληθυσμών[8] με βάση το θρήσκευμα. Έκτοτε η Ελλάδα ομογενοποιήθηκε πληθυσμιακά.

Η Ελλάδα στον Μεσοπόλεμο
 
            Τα χρόνια που ακολουθούν μέχρι το 1935 χαρακτηρίζονται από τη διεθνή πτώση της θέσης της Ελλάδος και τη διεθνή απομόνωση. Είναι χαρακτηριστικά κάποια γεγονότα που προδίδουν την αδυναμία των τότε ελληνικών κυβερνήσεων, αλλά και τη διεθνή ανυποληψία στην οποία περιέπεσε η χώρα:


1. Το 1923 η Ιταλία, με αφορμή τη δολοφονία του Ιταλού στρατηγού Τελλίνι σε ελληνικό έδαφος απαίτησε από την Ελλάδα αποζημίωση με ταπεινωτικούς όρους. Η ελληνική άρνηση είχε ως αποτέλεσμα τον βομβαρδισμό και την κατάληψη της Κέρκυρας τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Η νεοσύστατη τότε Κ.Τ.Ε (Κοινωνία Των Εθνών) στη Γενεύη δεν καταδίκασε την Ιταλία, καθόσον η Αγγλία επιθυμούσε να μη διαταράξει τις σχέσεις της με αυτή. Η αλήθεια ήταν ότι το ενδιαφέρον της για την περιοχή, μετά το 1922, είχε ατονήσει. Το ίδιο χαμηλό ήταν και το ενδιαφέρον της Γαλλίας.

2. Το 1924 το σύμφωνο Πολίτη-Καλφώφ επέφερε την αντίδραση της τότε Γιουγκοσλαβίας επειδή αναγνώριζε τους σλαβοφώνους της Μακεδονίας ως Βουλγάρους.

3. Το 1925 η Βουλγαρία αντιδρά από την αθέτηση των συμφωνηθέντων της συνθήκης Πολίτη-Καλφώφ, εκ μέρους της ελληνικής κυβερνήσεως. Αυτό, φυσικά, οφειλόταν, αφενός μεν στην προσπάθεια των ελλήνων κυβερνώντων να μην ερεθίσουν τη Γιουγκοσλαβία που είχε ενοχληθεί, αφετέρου δε στη συνειδητοποίηση του σφάλματος να αναγνωρίσουν με αυτόν τον τρόπο βουλγαρική μειονότητα στη Μακεδονία. Έτσι, με αφορμή κάποια συνοριακά επεισόδια ο τότε δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος διέταξε την εισβολή του Γ’ σώματος στρατού στο Πετρίτσι της Βουλγαρίας. Η εισβολή αυτή αποτέλεσε αντικείμενο καταδίκης της Ελλάδος από την Κ.Τ.Ε (η οποία έκανε τα στραβά μάτια στην αντίστοιχη κατάληψη της Κέρκυρας από τους Ιταλούς).


Γενικότερα, οι στάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και των γειτονικών χωρών, εκείνη την εποχή, είναι από ουδέτερες έως εχθρικές. Η Αγγλία δεν αναμιγνύεται, επιθυμεί καλές σχέσεις με την Ιταλία και επιζητεί να έχει μόνον οικονομικές σχέσεις με την Ελλάδα. Η Γαλλία, έχει και αυτή απομακρυνθεί και κινείται μάλλον εχθρικά. Η Ιταλία του Μουσολίνι κινείται επίσης εχθρικά, έχοντας ορίσει την Ανατολική Μεσόγειο ως σφαίρα επιρροής της. Η Βουλγαρία εποφθαλμιά την Ανατολική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη. Η Γιουγκοσλαβία την κεντρική Μακεδονία και τη Θεσσαλονίκη, ενώ υπάρχουν διαφορές με την Αλβανία που έχουν σχέση με τη Βόρειο Ήπειρο. 


            Η διακυβέρνηση, τώρα, του Βενιζέλου την τετραετία 1928-1932 έχει ως βασικά χαρακτηριστικά την προσπάθειά του να προσεγγίσει την Ιταλία και να αναθερμάνει το ενδιαφέρον της Αγγλίας. Ταυτόχρονα, επιθυμούσε να αποκαταστήσει τις σχέσεις με την Τουρκία. Για τον λόγο αυτό επισκέφθηκε την Άγκυρα το 1930 και υπέγραψε σύμφωνο με τον Κεμάλ.


            Στο Βαλκανικό μέτωπο, μετά τον Βενιζέλο, είχαμε το  Βαλκανικό Σύμφωνο που υπεγράφη από Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Τουρκία και Ρουμανία στην Ακαδημία Αθηνών τον Φεβρουάριο του 1934. Το εν λόγω σύμφωνο αποτέλεσε το αποκορύφωμα από μία σειρά συμφώνων, που χαρακτήρισε την βαλκανική κατά την εποχή του μεσοπολέμου. Πρωθυπουργός ήταν τότε ο Παναγής Τσαλδάρης με υπουργό εξωτερικών τον Δημήτριο Μάξιμο. Να επισημάνουμε ότι η Βουλγαρία και η Αλβανία δεν μετείχαν σε αυτούς τους διακανονισμούς. Το σύμφωνο αποτελούσε περισσότερο επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής της Ρουμανίας, η οποία είχε και εξακολουθεί να έχει σοβαρό πρόβλημα με την σημαντική ουγγρική μειονότητα στο έδαφός της. Με τον τρόπο αυτό ήθελε να εξασφαλίσει την εγγύηση των υπολοίπων βαλκανικών κρατών σε περίπτωση επιθέσεως της Ουγγαρίας εναντίον της. Να σημειώσουμε δε ότι το σύμφωνο κατακρίθηκε από την ελληνική αντιπολίτευση, τόσο από τον Βενιζέλο, όσο και από τον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος δύο χρόνια αργότερα εγκαθίδρυσε την 4η Αυγούστου.


Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς ανέλαβε τη μεταβατική διακυβέρνηση της χώρας τον Μάϊο και μέχρι να εγκαθιδρύσει το καθεστώς του τον Αύγουστο του 1936, η ελληνική εξωτερική πολιτική είχε διαμορφωθεί έχοντας αρκετά σαφείς προσανατολισμούς, αλλά και πολλές εγγενείς αδυναμίες. Πρέπει δε να τονισθεί ότι υπεράνω όλων και μάλιστα χωρίς συμβάσεις, πρωτόκολλα και συμφωνίες, η Ελλάδα του Μεταξά στόχευε στην στήριξη της Αγγλίας, ακολουθώντας τις θεμελιώδεις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής της στην περιοχή μας. Είναι γνωστό ότι ο Μεταξάς, αρχικά, δηλαδή κατά τον Α’ παγκόσμιο, είχε αντιδράσει σφοδρά σε αυτές τις επιλογές, αλλά η έκβαση του πολέμου, και η καταλυτική συλλογιστική ότι το αγγλικό ναυτικό ήλεγχε την Μεσόγειο, καθώς και άλλοι παράγοντες, όπως η παρουσία του Γεωργίου του Β’ στον ελληνικό βασιλικό θρόνο και συνακόλουθα στην πολιτική ζωή, οδήγησαν τον Μεταξά σε μεταβολή στάσεως όταν ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας. 


            Στα πρόθυρα λοιπόν του Β’ παγκοσμίου η ελληνική εξωτερική πολιτική λειτούργησε με τα χαρακτηριστικά ενός υποσυστήματος. Προσπαθούσε να εξασφαλίσει εγγυήσεις από την αγγλική κυβέρνηση για την περίπτωση που θα δεχόταν επίθεση από τρίτο, μη βαλκανικό κράτος. Την εποχή εκείνη η μόνη απειλή επιθέσεως προερχόταν από την Βουλγαρία, την οποία όμως η Ελλάδα μπορούσε να ελέγξει. Συγχρόνως, ο Μεταξάς, αφενός μεν επιχειρούσε ανοίγματα προς την Γερμανία, τόσο στον οικονομικό όσο και σε άλλους τομείς για να εξασφαλίσει την ευμένειά της, αφετέρου δε προσπαθούσε να διατηρήσει την Ιταλία στο επίπεδο των φιλικών σχέσεων του 1928. Όπως είχε υποδείξει ο Βενιζέλος κατά την διαμάχη για το Βαλκανικό Σύμφωνο, ο Μεταξάς έκανε δήλωση τον Μάϊο του 1936 ότι η Ελλάδα δεν θα επενέβαινε σε περίπτωση πολέμου μεταξύ τρίτου κράτους και ενός εκ των άλλων συμβαλλομένων στο Βαλκανικό Σύμφωνο.


Β’ Παγκόσμιος, Δεκεμβριανά, Εμφύλιος


            Όταν ξέσπασε ο Β’ παγκόσμιος η Ελλάδα βρέθηκε για άλλη μία φορά δίπλα στην Αγγλία και απέναντι στη Γερμανία. Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος που ξέσπασε τον Οκτώβριο του 1940 και η γερμανική παρέμβαση τον Απρίλιο του 1941 έφερε τη χώρα κάτω υπό την κατοχή των δυνάμεων του άξονος. Η τύχη της, τελικά, αποφασίσθηκε σύμφωνα με τον καθορισμό των σφαιρών επιρροής μεταξύ των μεγάλων. Η αρχή έγινε στη διάσκεψη την Τεχεράνης το 1943, μετά με το περιβόητο σύμφωνο Τσώρτσιλ-Στάλιν τον Οκτώβριο του 1944, την περίφημη «Συμφωνία των ποσοστών»[9], ενώ επισφραγίστηκε κατά τη συνδιάσκεψη τη Γιάλτας το 1945, στην οποία οι νικητές Σύμμαχοι προσδιόρισαν τη θέση της Ελλάδος στο Δυτικό στρατόπεδο.


Όμως, μετά την απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944, η αγγλική εμμονή για την κατάπνιξη των δυνάμεων του ΕΛΑΣ, οδήγησε στα γνωστά «Δεκεμβριανά» του ιδίου έτους και στην ήττα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Η ήττα των δυνάμεων του ΕΑΜ έφερε τη συμφωνία της Βάρκιζας τον Φεβρουάριο του 1945, στην οποία, μεταξύ άλλων, οριζόταν ρητώς ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ.


            Τη Βάρκιζα ακολούθησε μία περίοδος, κατά την οποία έδρασαν διάφορες παραστρατιωτικές οργανώσεις στην ύπαιθρο και στις πόλεις, η προκήρυξη των εκλογών του Μαρτίου του 1946 όπου το ΚΚΕ απείχε –παρά τις εκτιμήσεις για πολύ υψηλό ποσοστό- και η επαναφορά του αγγλόφιλου βασιλιά Γεωργίου του Β’ με δημοψήφισμα. 


            Γενικότερα, η ένταξη της χώρας στο στρατόπεδο της Δύσης και η πλήρης εναρμόνιση και ευθυγράμμισή της σύμφωνα με τις επιταγές, αρχικά των Άγγλων, και αργότερα των Αμερικάνων (από το 1947) στα πλαίσια της ψυχροπολεμικής λογικής, σε συνδυασμό με την απόφαση των δυτικών να εξαλείψουν την κομμουνιστική απειλή στις χώρες που ανήκαν στη σφαίρα επιρροής τους (προσωπικό ενδιαφέρον Τσώρτσιλ, δόγμα Τρούμαν για προστασία των αστικών δημοκρατιών), έσπρωξαν την Ελλάδα στον εμφύλιο αλληλοσπαραγμό. Να σημειώσουμε, όμως, ότι δεν ήταν άμοιρη ευθυνών και η άλλη πλευρά –για την ακρίβεια η ηγεσία της- καθόσον ενώ γνώριζε τη συμφωνία Ε.Σ.Σ.Δ και Αγγλίας ή αλλιώς Στάλιν – Τσώρτσιλ για την υπαγωγή της χώρας στον δυτικό κόσμο εντούτοις έπεσε στην παγίδα της διεξαγωγής ενός καταδικασμένου εξ αρχής εμφυλίου.

Οι δεκαετίες 1950 & 1960


            Οι δεκαετίες του 1950 και 1960 που ακολούθησαν τη λήξη του εμφυλίου έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό την προσπάθεια της χώρας να συμμετάσχει στις εργασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και να αποτελέσει αναπόσπαστο μέλος της Ενωμένης Ευρώπης. Η πικρή πείρα του πολέμου έπεισε και τους πλέον δύσπιστους Ευρωπαίους ότι το μέλλον της Ευρώπης περνούσε μόνον μέσα από την αγαστή συνεργασία των ευρωπαϊκών κρατών. Η αλληλεγγύη και η συνεργασία των ευρωπαϊκών λαών ήταν ικανή και αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη και την ευδαιμονία τους. Έτσι η πρώτη κίνηση ήταν η ίδρυση της ΕΚΑΧ (Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα Χάλυβα) το 1952. Ακολούθησε το 1957 με τη συνθήκη της Ρώμης η ίδρυση της τότε Ε.Ο.Κ (Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα).


            Η πρώτη απόπειρα αποκατάστασης της διεθνούς εικόνας της Ελλάδος, υπό τύπου διμερών σχέσεων, έλαβε χώρα από την κυβέρνηση του Παπάγου την περίοδο 1952-1955, που επιχείρησε να προσεγγίσει την τότε Δυτική Γερμανία. Την ίδια πολιτική συνέχισε και επεξέτεινε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος επεδίωκε την πλήρη ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ. Επειδή, όμως, το ελληνικό κράτος δεν είχε ακόμη επουλώσει πλήρως τις πληγές του δεν μπόρεσε να ενταχθεί ως πλήρες μέλος. Αυτό που πέτυχε τελικά ο Καραμανλής ήταν η υπογραφή της συνθήκης σύνδεσης το 1961.


            Τώρα, η δεκαετία του 1960 κύλησε με εντυπωσιακούς αριθμούς ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, αλλά το καθεστώς των συνταγματαρχών από το 1967 έως το 1974 αποτέλεσε παράγοντα ανάσχεσης της ελληνικής ευρωπαϊκής προοπτικής. Οι συνθήκες πάγωσαν και μόνον από το 1975 και μετά, με πρωτοβουλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αναθερμάνθηκε το ενδιαφέρον για την ένταξη στην Ε.Ο.Κ. Αυτό είχε ως συνέπεια την υπογραφή της συνθήκης ένταξης της Ελλάδος ως πλήρους μέλους τον Μάϊο του 1979. Ο στόχος είχε επιτευχθεί και η Ελλάδα το 1981 γίνεται το δέκατο μέλος της τότε Ε.Ο.Κ, κατόπιν επιμόνων και επίπονων προσπαθειών από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Από τη μεταπολίτευση (1974) έως την ένταξη στο Ευρώ το 2000


            Η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας δεν ενθουσίαζε την εποχή εκείνη τόσο το ΚΚΕ (το οποίο εξ ιδεολογίας είναι αντίθετο) όσο και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου, αν και το τελευταίο τηρούσε μία κάπως πιο διαλλακτική στάση. Το ΠΑΣΟΚ, μάλιστα, αύξανε σταδιακά την επιρροή του και έφθασε σε σύντομο χρονικό διάστημα από το 13% των εκλογών του 1974, στο 25% το 1977 που το κατέστησε Αξιωματική αντιπολίτευση και στο 48% του 1981 που το έφερε στην κυβέρνηση. Ποσοστό που σε αρκετό βαθμό οφείλεται στην αντιευρωπαϊκή ρητορική του Παπανδρέου (π.χ συνθήματα όπως: «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο»).


            Όταν ανέλαβε, όμως, τα ηνία της χώρας το ΠΑΣΟΚ δεν οδήγησε την Ελλάδα εκτός της τότε ΕΟΚ, εντάσσοντάς την σε καθεστώς χαλαρής σύνδεσης όπως διακήρυττε, αλλά έθεσε την πλήρη ένταξη της χώρας υπό νέα διαπραγμάτευση με το «Μνημόνιο» του 1982.


            Η δεκαετία του 1980 κυλούσε με τον ευρωσκεπτικισμό της κυβερνήσεως του ΠΑΣΟΚ, ώσπου το 1986 ο Ανδρέας Παπανδρέου αποφάσισε να υπογράψει την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, η οποία αυτόματα τον κατέστησε θιασώτη, και μάλιστα ένθερμο, της ενιαίας ευρωπαϊκής προοπτικής. Εξασφαλιζόταν έτσι μία διευρυμένη πολιτική συναίνεση που συμπαρέσυρε αργότερα και την κοινή γνώμη υπέρ του Ευρωπαϊκού οράματος.


            Η αυγή της δεκαετίας του 1990 βρήκε την Ελλάδα υπό τη διακυβέρνηση της Ν.Δ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, ο οποίος επίσης υποστήριζε την ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδος. Η κυβέρνησή του συνυπέγραψε τη συνθήκη του Μάαστριχτ το 1991 που δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ο.Ν.Ε. Τόσο η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όσο και η μετέπειτα κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου από το 1993, αλλά κυρίως η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Σημίτη από το 1996, κατέβαλλαν μεγάλες προσπάθειες ώστε αφενός μεν να ξεπεράσουν την οικονομική κρίση[10], αφετέρου δε να εντάξουν την Ελλάδα στη ζώνη του Ευρώ, του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος.


            Η συμμετοχή στο Ευρώ ήταν η μετουσίωση του ευρωπαϊκού ονείρου για την Ελλάδα που ξεκίνησε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή από τη δεκαετία του 1960. Να σημειώσουμε, μάλιστα, ότι εξίσου με τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα που υποστήριζαν την ένταξη στο Ευρώ, οι ίδιοι οι πολίτες, στο μεγαλύτερο ποσοστό, ήταν θετικοί σε αυτή την προοπτική.


            Συνοψίζοντας, σε γενικές γραμμές, αυτή είναι η θέση της χώρας στο διεθνές γίγνεσθαι του 20ου αιώνα. Εάν θα επιχειρούσαμε να την παραστήσουμε γραφικά θα λέγαμε ότι διήνυσε μία σειρά από καμπύλες, αρχής γενομένης από την ανυποληψία στις αρχές του αιώνα, στη κορύφωση της ισχύος της το 1920, την ακόλουθη πτώση του κύρους της κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, την γεωπολιτική άνοδό της κατά τον Β’ παγκόσμιο, την ηθική κατάπτωση του εμφυλίου και την ανοδική πορεία που ακολούθησε μετεμφυλιακά με κορύφωση τη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Μοναδική παρένθεση και μελανό σημείο υπήρξε η επταετία 1967-1974, κατά την οποία οι συνταγματάρχες επωφελήθησαν από τη σπαρασσόμενη δημοκρατία ώστε να επιβάλλουν ένα αυταρχικό καθεστώς.


Οι μεταναστεύσεις των Ελλήνων κατά τον 20ο αιώνα


            Επειδή, όμως, η παρούσα εργασία θα ήτο ελλιπής θα αναφερθούμε επιγραμματικά στο ζήτημα της μεταναστεύσεως που αντιμετώπισε η χώρα τον 20ο αιώνα.


             Η μαζική μετανάστευση των Ελλήνων κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου, κυρίως σε υπερπόντιες χώρες επέφερε μία σειρά συνεπειών για το εθνικό κέντρο: 

  • Πρώτον υπήρξε μία σημαντική πληθυσμιακή αιμορραγία περίπου 400.000 ανθρώπων (ποσοτικό στοιχείο) των παραγωγικών ηλικιών (ποιοτικό στοιχείο) τις οποίες στερήθηκε η χώρα σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο (χρεωκοπία 1893, ελληνοτουρκικός πόλεμος 1897, Μακεδονικό 1904-1908, Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, Α’ Παγκόσμιος 1914-1918, Μικρασιατική εκστρατεία 1919-1922).
  • Η μεταναστευτική διόγκωση επέφερε δημογραφική στασιμότητα στην αύξηση του ελληνικού πληθυσμού.
  • Επιβραδύνθηκε η οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
  • Στερήθηκε η Ελλάδα ανθρώπινα μυαλά και φρέσκιες ιδέες που θα βοηθούσαν στη συνολική της ανάκαμψη και τον εκσυγχρονισμό (σε κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, πολιτισμικό, εκπαιδευτικό και ιδεολογικό πλαίσιο) από το τέλμα και τη συντήρηση των παλαιοτέρων.
  • Τουναντίον, ο μερικός επαναπατρισμός αυτών των μεταναστών, σε προχωρημένη ηλικία, αποτέλεσε τροχοπέδη στην ανάπτυξη και τη διεθνή βελτίωση της εικόνας της χώρας, εξαιτίας των πεπαλαιωμένων κοινωνικοπολιτικών αντιλήψεων που εξέφραζαν, απότοκο της απομονώσεώς τους στο εξωτερικό. 
  
            Η μετανάστευση, όμως, συνεχίστηκε και μεταπολεμικά με κύριες χώρες υποδοχής τη Δυτική Ευρώπη και ειδικά τη Γερμανία, τον Καναδά, την Αυστραλία, τις Η.Π.Α. Αντιθέτως, οι ανεξαρτητοποιήσεις των πρώην αποικιών, όπως η Αίγυπτος, η Αιθιοπία και η Νότιος Αφρική έδιωξαν σημαντικό μέρος των Ελλήνων μεταναστών, καθότι τους ταύτιζαν με τους Λευκούς αποικιοκράτες. Τέλος, τις τελευταίες δεκαετίες από το 1970 και μετά έχει αντιστραφεί το μεταναστευτικό ρεύμα και είναι αρκετοί οι οποίοι έχουν επιστρέψει στην Ελλάδα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.     Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος. Από τη γένεση του Νέου Ελληνισμού (1204) στη    σύγχρονη Ελλάδα (2000), Εκδόσεις Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2005
2.      Ιωάννης Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος. Η διαμόρφωση και η άσκηση της εθνικής πολιτικής, Τόμος   Β’, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2002
3.      Σόλων Γρηγοριάδης, Οι Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, Εκδόσεις Φυτράκη, Ειδική έκδοση για την  εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Αθήνα 2011
4.       Αλέξανδρος Κοτζιάς, Ο Εθνικός Διχασμός, Εκδόσεις Φυτράκη, Ειδική έκδοση για την εφημερίδα  ΤΑ ΝΕΑ, Αθήνα 2011
5.      Γεώργιος Κωστής, Θρίαμβος – Προδοσία – Καταστροφή. Η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε        θαλασσών, Τόμος Α’, Εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα 2006


[1] Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος. Από τη γένεση του Νέου Ελληνισμού (1204) στη σύγχρονη Ελλάδα (2000), Εκδόσεις Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2005, σελ.327.
[2] Ιωάννης Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος. Η διαμόρφωση και η άσκηση της εθνικής πολιτικής, Τόμος Β’, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2002, σελ.61.
[3] Σόλων Γρηγοριάδης, Οι Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, Εκδόσεις Φυτράκη, Ειδική έκδοση για την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Αθήνα 2011, σελ.175.
[4] Γεώργιος Κωστής, Θρίαμβος – Προδοσία – Καταστροφή. Η Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, Τόμος Α’, Εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα 2006, σελ.34.
[5] Αλέξανδρος Κοτζιάς, Ο Εθνικός Διχασμός, Εκδόσεις Φυτράκη, Ειδική έκδοση για την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Αθήνα 2011, σελ.57.
[6] Γεώργιος Κωστής, ό.π: 60.
[7] Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, ό.π: 419.
[8] Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, ό.π: 429.
[9] Ιωάννης Κολιόπουλος, ό.π: 341.
[10] Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, ό.π: 494.

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Διασκέδαση (Σκεδάννυμι = Διασκορπίζω) ή Ψυχαγωγία (Ψυχής Αγωγή);

                   

               
                  


                                         ΜΑΖΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ Ή ΥΨΗΛΗ ΤΕΧΝΗ;
                                                  ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ Ή ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ;

Ι. Ανάλυση Εννοιών


Οι έννοιες μαζική κοινωνία, μάζα, μαζική κουλτούρα, απαντώνται για πρώτη φορά γύρω στα μέσα του 19ου αιώνος. Η χαμηλής αισθητικής αυτή κουλτούρα, βρίσκεται σε αντίθεση με την υψηλή τέχνη, με την οποία τέρπεται ο νους και η ψυχή του ανθρώπου. Γεγονός είναι, βέβαια, πως η υψηλή τέχνη αποτελούσε προνόμιο των λίγων, είτε της αριστοκρατίας κατά τον Μεσαίωνα, είτε της νεοσύστατης αστικής τάξης, από την αναγέννηση και μετά. Ήταν, μάλιστα, αυτή η τελευταία που εισήγαγε τον όρο κουλτούρα, θέλοντας έτσι να δηλώσει την υψηλή καλλιέργεια. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως προϋπήρχε ο ορισμός αυτός στα γραπτά του Κικέρωνα ως cultura animi (καλλιέργεια ψυχής). Ως ευρύτερη ορολογία, λοιπόν, η κουλτούρα περιελάμβανε ασφαλώς και την υψηλή τέχνη, η οποία τοποθετείτο στην κορυφή της ιεραρχίας της, μαζί με την υψηλή μόρφωση και παιδεία.

Όμως, η υψηλή τέχνη δεν προσλαμβάνονταν με τον ίδιο τρόπο όλες τις εποχές. Τα κριτήρια, δηλαδή, τα οποία και την καθόριζαν, δεν ήταν πάντοτε τα ίδια σε όλη την διάρκεια της Ιστορίας. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν οι ενσωματώσεις νεωτέρων μορφών της τέχνης, όπως ο ιμπρεσιονισμός, ο εξπρεσιονισμός και άλλες. Στην αρχή τις θεωρούσαν ως μη συμβατές με τις υπάρχουσες αισθητικές που απηχούσαν συγκεκριμένους κανόνες και προσδιόριζαν την κατεύθυνση της τέχνης γενικότερα. Για να φθάσουμε στις μέρες μας με την δημιουργία της μεταμοντέρνας τέχνης, η οποία και αποτελεί ένα κράμα της υψηλής με την χαμηλής στάθμης τέχνη.

Ένα ακόμη παράδειγμα, ως προς την αποδοχή μιας συγκεκριμένης μορφής τέχνης, αποτελεί το θέατρο. Το θέατρο και ειδικότερα η τραγωδία θεωρούνταν και ήταν ένα είδος δημοφιλούς κουλτούρας στην Δημοκρατική Αθήνα του 5ου π.χ. αιώνος. Η τέχνη του θεάτρου, αν και εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τον 18ο αιώνα και μετά επί Διαφωτισμού ως υψηλή τέχνη, κάτι που ισχύει έως σήμερα, εντούτοις επικρίθηκε από τον Πλάτωνα στο έργο του Πολιτεία. Αφορμή για την κακοπιστία του αυτή, υπήρξε, σύμφωνα με την άποψή του η προσπάθεια των τραγικών να παρουσιάσουν μια ωραία πράγματι, αλλά ανακριβή, παραπλανητική και εξ’ ολοκλήρου ψευδή εικόνα των πραγμάτων. Επιπρόσθετα, τα πάθη των προσώπων με πρωτεύοντα ρόλο, μεταβιβάζονται αυτούσια στους θεατές, με αποτέλεσμα να υφίστανται μία ψυχική διαστρέβλωση, υπό την επήρεια της οποίας στερούνται της δυνατότητας να αναγνωρίσουν την αλήθεια.

Πέραν, όμως, της πλατωνικής κριτικής, είναι αληθές, ότι, το θέατρο υποστηρίχθηκε από την πολιτική εξουσία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Καθιερώθηκε, μάλιστα, το θεωρικόν, το οποίο λειτουργούσε ως καταβολή αποζημιώσεως για την απώλεια ημερομισθίου σε κάθε Αθηναίο πολίτη, προκειμένου να παρακολουθεί απρόσκοπτα τις θεατρικές παραστάσεις. Η παροχή επομένως του λεγομένου και θεωρικού μισθού αποτελούσε δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση των πολιτών. Όπως, άλλωστε, αποτελούσε δικαίωμα και η συμμετοχή στα κοινά με την άσκηση και τον έλεγχο της εξουσίας εκ μέρους τους. Κατά συνέπεια, η συνεχής παίδευση του κοινού, μέσω των θεατρικών παραστάσεων, καθώς και η αγωγή που λάμβανε μέσω αυτών, σφυρηλατούσε και ενδυνάμωνε την ικανότητά του να κρατά τις τύχες της πόλης των Αθηνών στα χέρια του. Έτσι η Αθηναϊκή Δημοκρατία αντλούσε, κατά κάποιον τρόπο, ένα μεγάλο μέρος της στήριξής της από το θέατρο.

Ερχόμαστε, τώρα, στον εννοιολογικό προσδιορισμό της μαζικής κουλτούρας. Όπως είδαμε, η πρώτη εμφάνισή της, με την μορφή που την εννοούμε σήμερα, ανάγεται στα μέσα του 19ου αιώνος. Πρόκειται για μία εποχή αλλαγών, περισσότερο με τις νέες τεχνολογικές ανακαλύψεις, που αλλάζουν δομές, συστήματα και κατεστημένες απόψεις, τόσο στην Ευρωπαϊκή, όσο και στην Αμερικανική κοινωνία. Οι ανακαλύψεις του φωνογράφου, της φωτογραφίας, του τηλεφώνου, του κινηματογράφου, επιβάλλουν έναν νέο τρόπο ζωής και καθιστούν κυρίαρχη την νέα αστική τάξη των αστών διανοουμένων, των εμπόρων και των βιομηχάνων. Η διαρκής συσσώρευση ανθρωπίνου δυναμικού στα αστικά κέντρα με αφορμή την δημιουργία νέων επαγγελμάτων και συνακόλουθα νέων θέσεων εργασίας, δημιουργεί την ανάγκη για μία μαζικότερη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, συμβάλλει επομένως και στην γέννηση της μαζικής κουλτούρας. Αυτό συμβαίνει, γιατί, εξυπηρετούνται με αυτόν τον τρόπο οι ανάγκες των πολλών, όλης αυτής της απαίδευτης ανθρώπινης μάζας εν προκειμένω, κυρίως για φθηνή διασκέδαση και όχι για πραγματική ψυχαγωγία.

Επομένως, η μαζική κουλτούρα, ως γνήσιο τέκνο της Βιομηχανικής Επανάστασης, ή της Νεωτερικότητας, δημιουργούσε νέα πρότυπα συμπεριφοράς στα μεσαία και κατώτερα λαϊκά στρώματα. Οι νεότευκτοι αστοί δημιούργησαν ένα ευρύ κοινό. Το κοινό αυτό, φάνηκε πρόθυμο να ακολουθήσει τα κελεύσματα της νέας πολιτισμικής βιομηχανίας, πάντοτε υπό την ηγεσία της κυρίαρχης αστικής τάξης. Και είναι αλήθεια ότι τα νέα μέσα διάδοσης των ιδεών, όπως ο τύπος αποτελούσαν πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη ενός νέου προτύπου κοινωνικής συμπεριφοράς. Το νέο αυτό πρότυπο δεν είχε καμμία σχέση με τα έως τότε ήθη και έθιμα της παλαιάς αριστοκρατικής τάξης, η οποία είχε ηττηθεί οριστικά στην μάχη της με την νέα αστική τάξη. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμη και αυτή η νεοπαγής ηγεμονεύουσα αστική τάξη θεωρούσε δικό της προνόμιο την απόλαυση της ποιοτικής υψηλής τέχνης. Παρατηρούμε, δηλαδή, μια αποστασιοποίηση της από τις διάφορες μορφές μαζικής κουλτούρας, που παράγονται για την ικανοποίηση των υπολοίπων λαϊκών στρωμάτων.

Με βάση τη σύντομη αναφορά μας στις δύο έννοιες θα φέρουμε ένα παράδειγμα από τα στέκια της νύχτας. Πρόκειται, ασφαλώς, για μία δημοφιλή μορφή διασκέδασης, η οποία έχει κερδίσει μια σημαντική μερίδα συμπολιτών μας. Εκεί, βρίσκουν την ευκαιρία να ξεδώσουν και να χαλαρώσουν από τα προβλήματα της καθημερινότητας. Οι ρυθμοί της λαϊκής κατά βάση μουσικής, που συνήθως παίζεται στα μαγαζιά αυτά συμπαρασύρουν τους θαμώνες τους σε στιγμές ξεγνοιασιάς και απόλαυσης. Σε συνδυασμό, φυσικά, με την παρουσία αλλοδαπών κυρίως αρτιστών, προερχομένων στο μεγαλύτερο ποσοστό από τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Αυτή, όμως, είναι η μία όψη του νομίσματος. Διότι, από την άλλη πλευρά θα αντικρίσουμε ένα κενό, άνευ ουσιαστικού περιεχομένου τρόπο διαφυγής από το άγχος και τις σκοτούρες της σκληρής ομολογουμένως πραγματικότητας. Η μουσική της νύχτας, ένα από τα προϊόντα της μαζικής κουλτούρας, παρουσιάζεται σε μαζική μορφή, τυποποιημένη και εμπορεύσιμη. Τα βασικά χαρακτηριστικά των μηνυμάτων της, όπως παρουσιάζονται, διακρίνονται σε εύκολα, εύπεπτα και εύληπτα, συμπαρασύροντας σε έξαρση των παθών. Επίσης, ακριβώς λόγω της συνεχούς μαζικής παραγωγής νέων τραγουδιών, παρατηρείται το φαινόμενο της ημερομηνίας λήξης μετά την παρέλευση ορισμένων μηνών ή και εβδομάδων από την κυκλοφορία τους. Το αποτέλεσμα είναι να λησμονούνται από το κοινό, μετά το καθορισμένο χρονικό διάστημα της εμφάνισης και εξόδου τους από το μουσικό προσκήνιο. Η ουσία πάντως είναι ότι, η μουσική βιομηχανία προχωρά διαρκώς στην παραγωγή νέων καταναλωτικών προϊόντων και προτύπων για το συνεχώς ογκούμενο καταναλωτικό κοινό της.

Φυσικά, η μουσική αυτή, όπως και κάθε παρόμοιο θέαμα ευρείας κατανάλωσης, συνιστούν σαφέστατα μορφές τέχνης κατώτερης ποιότητας. Η αισθητική τους δεν πλησιάζει ούτε κατά διάνοια αυτή των υψηλών τεχνών. Η ευτελής ηθική τους και τα φθηνά συναισθήματα εξάπτουν τα πάθη και διεγείρουν το θυμοειδές ή επιθυμητικόν της ψυχής, σύμφωνα με τον Πλάτωνα. Ο ίδιος, βέβαια, χρησιμοποίησε τους εν λόγω χαρακτηρισμούς, όπως είδαμε, για να στηλιτεύσει τον θεσμό του θεάτρου στην Αθηναϊκή πολιτεία του 5ου π.χ αιώνος. Σήμερα, που η θεατρική τέχνη και ιδιαίτερα το αρχαίο θέατρο, τυγχάνει καθολικής αναγνώρισης ως μέσο παίδευσης και επιμόρφωσης, χρησιμοποιείται ως αντίβαρο για την μαζική νυχτερινή διασκέδαση στα ελληνάδικα και στα σκυλάδικα. Το θέατρο πλέον θεωρείται ως ένα μέσο για την σωστή αγωγή της ψυχής, την τέρψη και την συνολική παίδευση, που βοηθά την δημιουργία ενός συνειδητοποιημένου και ενεργού πολίτη, όπως ακριβώς εκείνου της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Για τον λόγο αυτό, ασκείται έντονη κριτική για τα σημερινά μαζικά θεάματα, που κατακλύζουν την κοινωνία μας. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι, παραλληλίζεται η σημερινή κοινωνία με την αντίστοιχη επί ρωμαιοκρατίας, όπου κυριαρχούσαν ο άρτος και τα θεάματα, τα οποία προσφέρονταν απλόχερα για την ικανοποίηση του πλήθους. Έτσι, βλέπουμε πως η ολιγαρχία της εποχής εκείνης αρέσκονταν να συγκεντρώνει τα πλατιά λαϊκά στρώματα στον ιππόδρομο για τις αρματοδρομίες και στο Κολοσσαίο για τις μονομαχίες. Με αυτόν τον τρόπο επιδίωκε και τελικά επιτύγχανε να αποπροσανατολίσει το κοινό από την φτώχεια και την ένδεια στις οποίες ζούσε. Κατά συνέπεια, η πολιτική εκμετάλλευση των μαζικών θεαμάτων θεωρήθηκε άκρως επιτυχημένη, στον βαθμό που υποστήριζε την εξουσία των ολίγων, μιας κοινωνικής ελίτ, έναντι των πολλών. Στο σημείο αυτό, καλό θα είναι να ανατρέξουμε στα πάσης φύσεως ψυχαγωγικά προγράμματα της τηλοψίας που κατακλύζουν το φιλοθεάμον κοινό, το οποίο δεν είναι άμοιρο ευθυνών.

II. Ιστορική αναδρομή στην κριτική των επικριτών από τη μία και των υποστηρικτών από την άλλη της Μαζικής κουλτούρας

Περνάμε τώρα στην εξέταση της κριτικής, αφενός μεν των πολεμίων αφετέρου δε των υποστηρικτών της μαζικής κουλτούρας, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον 19ο αιώνα έως τις μέρες μας. Θα ξεκινήσουμε με την συντηρητική κριτική. Εκφράστηκε κυρίως από τους Tocqueville, Matthew Arnold, Friedrich Nietzsche, Ortega Gasset, T.S Eliot, και Leavis. Εκπροσωπούν, κυρίως, την αριστοκρατική τάξη, απηχώντας βασικά τις απόψεις των αριστοκρατών για την νεόφερτη μαζική κουλτούρα. Τέτοιας μορφής κουλτούρα, αποτελεί απειλή για την ανώτερη αστική τάξη και την αριστοκρατία. Θεωρούν ότι πηγάζει από τις μάζες και είναι προϊόν των δυτικών δημοκρατικών κοινωνιών. Ο Tocqueville, μάλιστα, υποστηρίζει ότι, η εμμονή της δημοκρατίας σε αυτόν τον ισοπεδωτικό εξισωτισμό, λειτουργεί σε βάρος των παραδοσιακών ηθών και εθίμων. Επιβάλλει δε, την ριζική αλλαγή των κοινωνικών δομών και προσβάλλει τον συνεκτικό ιστό της κατεστημένης ιεραρχίας, προβάλλοντας ως πρότυπα την ατομικότητα και την στροφή στα υλικά αγαθά. Τονίζει, επίσης, το γεγονός ότι, παρά την διάδοση των γραμμάτων, το ευρύ κοινό δεν είναι σε θέση από μόνο του να διακρίνει και να εκτιμήσει την πραγματικά υψηλή τέχνη. Οι κανόνες που διέπουν την αισθητική του πλήθους, είναι εντελώς διαφορετικοί από εκείνους που θέτει η ελίτ για την κατανόηση των έργων τέχνης. Ο λαός, φροντίζει κυρίως για την ρηχή ψυχαγωγία του, δίχως να διαθέτει το κατάλληλο βάθος και μόρφωση για να εκτιμήσει ένα πραγματικό έργο τέχνης.

Απόλυτα σύμφωνος με τα παραπάνω ο Arnold προχωρά ένα βήμα πιο πέρα, θεωρώντας πως η αιφνίδια εισδοχή της λαϊκής τάξης στο πολιτικό γίγνεσθαι, από τη μία με την παροχή του δικαιώματος ψήφου και από την άλλη με τον τρόπο ζωής που ακολουθεί, δημιουργεί οριακές καταστάσεις στις δυτικές κοινωνίες, ακόμη και αναρχία. Κατά την γνώμη του, ο λαός θα πρέπει να αποκτήσει κάποιου είδους μόρφωση, έτσι ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσει και να σεβαστεί την αληθινή τέχνη, η οποία αποτελεί, δια μέσου των αιώνων, «ότι καλύτερο έχει σκεφθεί ο άνθρωπος».

Ο Nietzsche από τη πλευρά του απέκλεισε κατηγορηματικά την συμμετοχή των πολλών στην κοινωνία της εκπαίδευσης και της υψηλής μόρφωσης. Στηλίτευσε, μάλιστα, την προσπάθεια ανοίγματος της παιδείας στα κατώτερα λαϊκά στρώματα. Η παιδεία για εκείνον όφειλε να παραμείνει αποκλειστικά προνόμιο των ολίγων εκλεκτών, αφενός μεν για το καλό της κοινωνίας, αφετέρου δε γιατί αποτελούσε φυσικό νόμο. Τις ίδιες απόψεις απηχεί και ο Gasset, ο οποίος ζητά να παραμείνει ως έχει η κοινωνική ιεράρχηση, ώστε να ξεχωρίζει η ελιτίστικη τάξη από τις κατώτερες. Η ίδια, διατηρεί το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της και πρέπει να συνεχίσει να θέτει τους κανόνες του παιγνιδιού. Επίσης, είναι αντίθετος με τον ρομαντισμό, θεωρώντας τον προϊόν της δημοκρατίας.

Πάνω κάτω, στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και ο Eliot με τον Leavis. Ο πρώτος επισημαίνει τον γενικότερο πολιτισμικό ξεπεσμό, στην βάση μιας εντονότερης αναταραχής που επικρατεί στην κοινωνία. Οι βασικοί παραδοσιακοί θεσμοί, όπως η θρησκεία, κλονίζονται και χρήζουν ανάγκης στηρίξεως από την ανώτερη τάξη. Ο δεύτερος ρίχνει την ευθύνη στην Βιομηχανική Επανάσταση, χάρις στην οποία οι νέες τεχνολογίες επιβάλλουν ένα κοινό πρότυπο εμπορικής, χαμηλής ποιότητας κουλτούρας. Οι ίδιες συνέβαλλαν, επίσης, στην διάσπαση της αρχικής ενιαίας κουλτούρας, από την μία στην υψηλή για τους λίγους και από την άλλη στην μαζικά παραγόμενη, τυποποιημένη για τους πολλούς. Καταλήγοντας, πιστεύει και αυτός, πως μόνο η κυρίαρχη μορφωμένη τάξη είναι σε θέση να επαναφέρει σε ισχύ το προηγούμενο status quo. Αυτό το τελευταίο, αποτελεί ένα κοινό χαρακτηριστικό για όλους τους εκπροσώπους της συντηρητικής κριτικής. Όπως, επίσης, και ένα δεύτερο κοινό στοιχείο, αποτελεί η ενόχλησή τους ως προς τον εξισωτισμό των ευγενών με τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, στα πλαίσια των δημοκρατικών κοινωνιών.

Κριτική, όμως, δεν ασκούν μόνο οι συντηρητικοί, νοσταλγοί της φεουδαρχικής αριστοκρατίας. Η μαζική κουλτούρα δέχεται έντονη και σκληρή κριτική, εξίσου, αν όχι πιο καυστική από την αριστερή διανόηση, η οποία εμφανίστηκε στο προσκήνιο γύρω στα μέσα του 19ου αιώνος. Αιχμή του δόρατος της αριστερής κριτικής αποτέλεσε η σχολή της Φρανκφούρτης κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνος. Πρωτεργάτες της υπήρξαν οι Adorno, Horkheimer, Marcuse, Lowenthal. Όλοι τους κυνηγημένοι από το ναζιστικό καθεστώς, εγκαταστάθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, το λεγόμενο και Αμερικανικό όνειρο (American dream), το οποίο μόλις τότε ξεκινούσε την πορεία του για την κατάκτηση της κορυφής στο πολιτισμικό χρηματιστήριο ηθών και αξιών, τους προκάλεσε τρομερή εντύπωση. Οι ίδιοι το θεώρησαν ως μία διαφορετική εκδοχή, ίσως πιο εκλεπτυσμένη, του ιδίου όμως φαινομένου του ολοκληρωτισμού.

Η σχολή της Φρανκφούρτης επικεντρώνει την κριτική της σε ορισμένα βασικά θέματα που αφορούν τη σχέση μαζικής κουλτούρας και κοινού. Επινοούν τον όρο βιομηχανία της διασκέδασης. Τα παραγόμενα από αυτήν προϊόντα, δεν έχουν καμμία σχέση με αυτό που ονομάζεται αυθεντική παραδοσιακή λαϊκή τέχνη. Εκπορεύονται από την κυρίαρχη αστική καπιταλιστική τάξη και έχουν σκοπό να καταστρέψουν την εργατική, διαμορφώνοντας την σε μία ευπειθή, άβουλη, ομοιόμορφη μάζα. Επιπλέον, τα συγκεκριμένα υποπροϊόντα είναι πανομοιότυπα, με επιφανειακές μόνο αλλαγές, στην εξωτερική τους εμφάνιση, τεχνικής κυρίως φύσεως. Ακόμη, το θεμελιώδες ζήτημα και ταυτοχρόνως βασικό αίτημα της δημοκρατίας, η ελεύθερη επιλογή, στην ουσία δεν υφίσταται. Υπάρχουν έτοιμες λύσεις για κάθε επίπεδο καταναλωτικού κοινού, το οποίο αυθαίρετα, σύμφωνα με δικούς τους υπολογισμούς έχουν κατηγοριοποιήσει, προτρέποντάς το να καταναλώσει συγκεκριμένα προϊόντα, τα οποία θεωρούνται ως τα πλέον κατάλληλα για την κάθε μια από αυτές τις κατηγορίες.

Επιπρόσθετα, η μαζική κουλτούρα υπηρετεί με τον τρόπο της μια συγκεκριμένη ιδεολογική προσέγγιση. Δημιουργεί τα δικά της αισθητικά πρότυπα, πάντοτε, όμως, μέσα από την καθημερινή ζωή. Συμβάλλει τα μέγιστα ως προς την αναβλητικότητα πραγματοποίησης των ατομικών επιθυμιών, προσφέροντας συνεχώς ψευδαισθήσεις. Βυθίζει τα άτομα σε ουτοπικές εκστάσεις, στερώντας τους την δυνατότητα να σκεφθούν ελεύθερα και κριτικά. Αναγάγει σε ύψιστο ιδανικό την δήθεν ελεύθερη έκφραση, η οποία, φυσικά, καθοδηγείται έντεχνα στο να συμφωνήσει με το γενικότερο ιδεολογικό ρεύμα της εποχής. Προσφέρει, έτσι, ανεκτίμητες υπηρεσίες στην αστική τάξη, καθόσον, διευκολύνει με αυτόν τον τρόπο την καθυπόταξη στο καθεστώς της. Διότι, απλούστατα, δημοκρατική κοινωνία, χωρίς άτομα με συνειδότητα σκέψης και έκφρασης ως προς τις επιλογές τους, δεν μπορεί πραγματικά να υπάρξει.

Έχοντας, τώρα, τα ίδια βιώματα με τους στοχαστές της σχολής της Φρανκφούρτης, η Arendt θεωρεί ότι, η μαζική κουλτούρα χρησιμοποιείται για τον έλεγχο και ακολούθως για την αποθάρρυνση των κατωτέρων τάξεων, εξουδετερώνοντας αυτές από πιθανή πρόθεση ασκήσεως της πολιτικής εξουσίας. Το νεόδμητο αστικό κράτος, ωθεί το κοινό να μετατραπεί σε πλήθος καταναλωτών, που διψούν για περισσότερα καταναλωτικά αγαθά. Αποτελεί εχθρό για την υψηλής στάθμης κουλτούρα, δεδομένου ότι, την αναπλάθει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταστεί κατανοητή και διασκεδαστική για έναν διαρκώς αυξανόμενο αριθμό καταναλωτών. Το ίδιο πιστεύει και ο Macdonald, ο οποίος είναι της γνώμης πως η υψηλή τέχνη υποβιβάζεται με το πλήθος των κακέκτυπων της που κυκλοφορούν. Σε μία αστική, βιομηχανική κοινωνία, όπου τα πάντα προσμετρώνται με το χρήμα και την κερδοφορία των εταιρειών, είναι επόμενο η φθηνή μαζική κουλτούρα να αποτελέσει ιδανικό όχημα για την αύξηση των κερδών τους. Αυτόν το σκοπό, άλλωστε, εξυπηρετεί ο εκχυδαϊσμός της υψηλής κουλτούρας, μέσω της πρόσμιξής της με την μαζική.

Στην συνέχεια, την σκυτάλη παίρνει ο Barthes και ο Baudrilliard. Ο Barthes έθεσε στη βάση του προβληματισμού του, την ανάγκη κατανόησης των υποσυνειδήτων μηνυμάτων που εκπέμπει η μαζική κουλτούρα. Την συγκεκριμένη αυτή μεθοδολογία την ονόμασε σημειολογία. Ο Baudrilliard, πάλι, προσανατολίζεται στην μελέτη της συνεχούς ανακύκλωσης της μαζικής κουλτούρας. Θεωρει ότι εμφανίζεται κάθε φορά με διαφορετικό προσωπείο, ανάλογα με τις τάσεις και τα γούστα της εκάστοτε εποχής. Κάθε νέα της μορφή είναι πρόσκαιρη, με ημερομηνία λήξης. Ακριβώς αυτό το γεγονός είναι που τον προβληματίζει ιδιαίτερα, αναγόμενο από τον ίδιο σε δεσπόζουσα θέση στη σειρά των στοχασμών του. Επιπρόσθετα υποστηρίζει ότι η μαζική κουλτούρα αποτελεί μια προσομοίωση της αληθινής ζωής, με την διαφορά ότι οδηγεί την σκέψη μακριά από τα πραγματικά διαδραματιζόμενα.

Παράλληλα, όμως, με την αυστηρή και έντονη κριτική που ασκήθηκε και συνεχίζει να ασκείται, επί του φαινομένου της μαζικής κουλτούρας, θα αναλύσουμε και την άλλη άποψη, αυτή των υποστηρικτών της. Οι ίδιοι ανήκουν στις νεώτερες γενιές, οι οποίες έχουν μεγαλώσει και γαλουχηθεί μετά την ιστορική εμφάνιση της μαζικής κουλτούρας. Δεν διστάζουν να κριτικάρουν τους επικριτές της, ενώ παράλληλα τοποθετούν στη βάση της μελέτης τους, τις σχέσεις αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης μεταξύ κοινού και μαζικής κουλτούρας, όπως και τους διάφορους τρόπους που έχει επινοήσει το κοινό, προκειμένου να προσλάβει τα προϊόντα της.

Ιδιαίτερα οι φορείς των πλουραλιστικών θεωριών Shils και Gans, μέσα από το πνεύμα του προοδευτικού εξελικτισμού, πιστεύουν πως οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν ξεπεράσει τις παλιές ταξικές αντιθέσεις και συγκρούσεις. Ίσες ευκαιρίες δίνονται σε όλους, για μόρφωση, κοινωνική ανέλιξη και συμμετοχή στα πολιτισμικά δρώμενα. Το δικαίωμα στην επιλογή καθίστανται σεβαστό και αδιαπραγμάτευτο. Οι αυστηρά τηρούμενες ιεραρχίες του παρελθόντος θεωρούνται γερασμένες νοοτροπίες, τις οποίες η κοινωνία προσπερνά, δίνοντας παράλληλα την δυνατότητα, κατά κύριο λόγο στα μεσαία στρώματα, να αναπτυχθούν σε μεγάλο βαθμό. Το αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης αυτών των δομικών αλλαγών στις δυτικές κοινωνίες είναι η σύγχρονη πλουραλιστική μεταβιομηχανική κοινωνία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Shils διαβλέπει τρία είδη κουλτούρας: την ανώτερη, την μέτρια και τη βάναυση. Τούτη η τελευταία, σύμφωνα πάντα με την άποψή του δεν αποτελεί κίνδυνο και δεν χρήζει ανάγκη περιορισμού της.

Κινούμενος στο ίδιο μήκος κύματος, ο Gans αυξάνει τα επίπεδα διάκρισης της κουλτούρας σε πέντε, επισημαίνοντας την ανάγκη να υποστηριχτούν όλα πλην της υψηλής, η οποία δεν χρειάζεται ανάλογη υποστήριξη, δεδομένης της υψηλής ποιότητάς της. Αυτή την πρόταση την ονόμασε υπο-πολιτισμικό προγραμματισμό. Ο ίδιος, επίσης, είναι ο πρώτος που εισήγαγε τον εύστοχο όρο δημοφιλής κουλτούρα. Γεγονός, βέβαια, είναι πως και οι δύο παραδέχονται την ανωτερότητα της υψηλής τέχνης.

Συνεχίζοντας την αναφορά μας στους υποστηρικτές, της δημοφιλούς πλέον κουλτούρας, θα σταθούμε στον Hall και την σχολή των πολιτισμικών σπουδών. O Hall προσπαθεί, αφενός μεν, να αποδείξει την ετερογένεια που χαρακτηρίζει όλα τα είδη της δημοφιλούς κουλτούρας. Αφετέρου δε, την διαφορετική προσέγγισή της από τον κόσμο. Αποφασίζει, λοιπόν, να διαχωρίσει ανάλογα με το χαρακτήρα αυτήν την προσέγγιση σε τρεις τρόπους πρόσληψής της: στον κυρίαρχο, στον αντιπολιτευτικό, και στον συνδιαλλακτικό. Καταλήγει, έτσι αβίαστα, στο συμπέρασμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ του κοινού και της δημοφιλούς κουλτούρας. Η πρόταση αυτή, αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα των πολιτισμικών σπουδών.

Προχωρώντας ακόμη περισσότερο, οι Certeau, Fiske και Willis διατυπώνουν την άποψη πως το κοινό δεν άγεται και φέρεται παθητικά από την εκάστοτε δημοφιλή κουλτούρα. Αντίθετα, παίρνει την κατάσταση στα χέρια του και την χρησιμοποιεί, διαμορφώνοντάς την κατάλληλα για να καλύψει τις ανάγκες του. Εδώ, παρατηρούμε μία διαδικασία χειραγώγησης των προϊόντων της δημοφιλούς κουλτούρας, η οποία, μάλιστα, θεωρείται ως έκφραση δημιουργικότητας από το ίδιο το κοινό.

Αφήσαμε τελευταία την εκδοχή του Eco, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με το σκεπτικό του, το φαινόμενο της μαζικής κουλτούρας χρήζει ιδιαίτερα επισταμένης έρευνας. Αποστασιοποιείται, τόσο από τους επικριτές, όσο και από τους υποστηρικτές της. Τα μηνύματά της δύναται να προσληφθούν ποικιλοτρόπως. Συνεπώς, το βάρος ρίχνεται από τη μεριά του στις μαζικές επικοινωνίες. Ο Eco υποστηρίζει ότι, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε κοινωνικής τάξης επιλέγονται τα διάφορα επίπεδα κουλτούρας. Καταλήγοντας, παροτρύνει την διανόηση, να σταματήσει τους ενδοιασμούς της και την πολεμική και να ενσκύψει στην παραγωγή της μαζικής κουλτούρας, παρεμβαίνοντας αποφασιστικά και δημιουργικά.

Συμπερασματικά, αυτό που προκύπτει αβίαστα από την ανάλυση των δύο εννοιών, της υψηλής τέχνης και της μαζικής κουλτούρας, είναι οι συνεχείς, ατέρμονες συζητήσεις και κατ’ επέκταση ιδεολογικές συγκρούσεις, που προκάλεσαν και συνεχίζουν να προκαλούν κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων. Και αν τα πράγματα είναι λίγο πολύ ξεκάθαρα, σε σχέση με την υψηλή τέχνη, η οποία θεωρείται αποδεκτή από όλες τις πλευρές, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον αντίποδά της, την μαζική κουλτούρα. Η μαζική ή δημοφιλής κουλτούρα, σύμφωνα με τους απολογητές της, έχει δεχθεί τα περισσότερα πυρά, τόσο εκ δεξιών, όσο και εξ αριστερών. Η πολεμική εναντίον της τροφοδότησε αμέτρητα άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά παγκοσμίως. Η άσκηση αυστηρότατης κριτικής, από τους δύο αντίθετους ιδεολογικούς πόλους, γίνεται για συγκεκριμένους λόγους. Οι συντηρητικοί αντιτίθενται σθεναρά, διότι, βλέπουν καθαρά πως τους χαλάει η μαγιά, που δεν είναι άλλη από την διατήρηση μίας παγιωμένης κατάστασης, με την αριστοκρατία οδηγό στα πράγματα. Οι αριστεροί διανοούμενοι από την πλευρά τους, έχουν σχηματίσει την άποψη ότι, η μαζική κουλτούρα δημιουργήθηκε από την πλουτοκρατία, αστική ή αριστοκρατική δεν έχει σημασία, με σκοπό την πολιτισμική υποδούλωση της εργατικής τάξης, μετά την οικονομική που προηγήθηκε. Κάπου εδώ εμφανίζονται οι υποστηρικτές της, οι οποίοι αποτελούν μία νέα γενιά, γαλουχημένη με τα πρότυπά της. Παραβλέπουν, όμως, το εμπορικό και ως εκ τούτου καταναλωτικό χαρακτήρα της. Φθάνουμε, έτσι, στην καταλυτική παρέμβαση του Eco, ο οποίος δίχως να δαιμονοποιεί, αλλά ούτε και να εκθειάζει, ζητά από σύσσωμη την διανόηση να παρέμβει καθοριστικά για να επιτευχθεί η πολυπόθητη πολιτισμική εξυγίανση.